ΟΙ ΠΟΜΑΚΟΙ ΤΗΣ ΡΟΔΟΠΗΣ (ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ) του Βασίλη Σ. Σιναπίδη φιλολόγου ΠΡΟΛΟΓΟΣ Τη μελέτη μου αυτή θέλω να τη χαρίσω στο πολύ κοινό, για να γνωρίσω στον ελληνικό κόσμο ένα λαό που είναι καθυστερημένος πολιτιστικά κι απομονωμένος στα βουνά της Ροδόπης. Γι' αυτό δε φταίει ο ίδιος αλλά οι τοπικές κι άλλες συνθήκες του παρελθόντος, που όχι μονάχα τον κράτησαν σε μεγάλη αμάθεια και πολιτιστική καθυστέρηση, μα τον ανάγκασαν κιόλας ν' αλλάξει θρησκεία και γλώσσα. Έτσι δείχνεται σήμερα σαν ένα συνονθύλευμα λαών με μωαμεθανική θρησκεία, με σλαβική γλώσσα και αρχαία θρακικά ήθη και έθιμα, που είναι ασφαλώς το πιο αλάνθαστο κριτήριο για την απόδειξη της φυλετικής προέλευσης των Πομάκων. Η μελέτη μου αυτή θα μπορούσε να ονομαστεί ταξιδιωτικό (Ιtinerarium), γραμμένο ωστόσο από έναν άνθρωπο που έζησε τον βαθύτερο παλμό του λαού αυτού από κοντά, σε συνθήκες τέτοιες, που του μετάγγισαν κάτι από το εσώτερο είναι τους οι Πομάκοι, κάτι απ' την ανθρωπιά κι απ' το φυλετικό τους χαρακτήρα, μέσα σε συνθήκες πολεμικές και συμπολεμιστικές, που ενώνουν τους ανθρώπους και τους λαούς, με βαθιούς κι ακατάλυτους δεσμούς. Σύγχρονα έτυχε ο γράφων να τους δει και να τους γνωρίσει, όχι μόνο με το μάτι του στρατιωτικού και του ανθρώπου μα και του συμπατριώτη και του συντοπίτη, γιατί στα ίδια χώματα σχεδόν γεννήθηκε, μεγάλωσε κι έζησε, μέσα στην ελληνική Θράκη. Πιστεύω πως η μελέτη μου θα πετύχει το βαθύτερο σκοπό της, που είναι το πλησίασμα το ψυχικό των Ελλήνων με τον αδικημένο τούτο λαό, που σύμφωνα με τη γνώμη ειδικών λαογράφων, δεν είναι κανένας άλλος, παρά ο αρχαίος θρακικός λαός των Αγριάνων - απ' το ίδιο αίμα με τους Ελληνοθρακιώτες κατοίκους της περιοχής. ΠΡΩΤΗ ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΟΜΑΚΟΥΣ Τους Πομάκους, προτού να τους γνωρίσω από κοντά, από μια τύχη που μ' έφερε δίπλα τους, τους είχα ακούσει μονάχα σαν ένα λαό βουνίσιο κι απολίτιστο, χωρίς ιδανικά και εθνική συνείδηση. Νόμιζα πως μιλούν τουρκικά και πως πρεσβεύουν τη μωαμεθανική θρησκεία και πως άγονται και φέρονται μονάχα από το υλικό συμφέρον. Πόσο διαφορετική όμως ήταν η πραγματικότητα, από εκείνα που άκουγα και νόμιζα θα φανεί στη συνέχεια της ανάπτυξης του θέματος μου, όταν έζησα και γνώρισα από κοντά το δυστυχισμένο λαό των Πομάκων. Το χειμώνα του 1948 προς την άνοιξη του 1949 υπηρετούσα κάπου στα σύνορα τα ελληνοβουλγαρικά κι εκεί έτυχε να γνωρίσω τρεις ως τέσσερις Πομάκους, φυγάδες απ' τη Βουλγαρία. Ήταν πολύ καλοί και γενναίοι πολεμιστές. Είχαν μέσα τους ένα αίσθημα φιλελευθερισμού κι ένα άσβεστο μίσος κατά των Βουλγάρων. Όμως το σπουδαιότερο που πρόσεξα και μου έκανε μεγάλη εντύπωση ήταν η αδερφική σχεδόν αγάπη που έτρεφαν προς τους Έλληνες, είτε στρατιώτες ήταν αυτοί είτε πολίτες. Είχαν μέσα τους πρωτόγονα, όμως αγνά αισθήματα και υψηλή συνείδηση του καθήκοντος και της πειθαρχίας και συγχρόνως τους διέκρινε ένα πνεύμα ανθρωπιάς, τιμιότητας και δικαιοσύνης· ήταν με λίγα λόγια μπεσαλήδες, δηλαδή άνθρωποι με σταθερότητα στο λόγο της τιμής τους. Ένας απ' αυτούς, ψηλόσωμος και γεροδεμένος άνδρας, ονόματι Μεμέτ, είχε γίνει στενός φίλος μου και καταλάβαινα σε κάθε λόγο του και κάθε του ενέργεια την εκτίμηση και την απεριόριστη αγάπη που έτρεφε στο άτομο μου. Θυμάμαι πως σε κάθε επικίνδυνη και σοβαρή αποστολή, όταν τον έπαιρνα μαζί μου, σαν στρατιώτη κι αυτόν, στεκόταν δίπλα μου σαν το πιστό εκείνο σκυλί, έτοιμος για οποιαδήποτε πράξη ηρωισμού και αυτοθυσίας. Σε μια μάχη που δώσαμε με τους αντάρτες και κάναμε μια απεγνωσμένη επίθεση ενάντια σ' ένα ύψωμα που ήταν οχυρωμένοι, με καλύτερο και υπέρτερο από εμάς οπλισμό, ο Μεμέτ έδειξε μεγάλη αυτοθυσία και πείσμα αγωνιστικό. θυμάμαι τη σκηνή, λες κι έγινε χθες. Ιανουάριος του 1948, στην καρδιά του χειμώνα, πάνω στα μακεδoνικά βουνά, σχεδόν πάνω στη γραμμή των συνόρων.Οι αντάρτες, οχυρωμένοι στην κορφή, ρίχνουν εναντίον μας αραιά πυρά, που ξεκλαρίζουν μ' έναν ξηρό κι απαίσιο κρότο τη σκεπασμένη από πυκνή θαμνώδη βλάστηση πλαγιά του βουνού. Η διμοιρία μου προχωρεί με περίσκεψη σε αραιό σχηματισμό για να κάνει κάπου βάση πυρός. Σε μια πτυχή του εδάφους, με καλή παρατήρηση, έταξα τους όλμους και τους άνδρες μου, για να υποστηρίξω την επίθεση της άλλης διμοιρίας του λόχου μου, που σύμφωνα με τη διαταγή άρχισε να προχωρεί στη δασωμένη πλαγιά κατά μέτωπο αλλά αθέατη από τους αντάρτες. Ο Μεμέτ πάντα με τους πρώτους. Ζητά να πάρει μέρος στην επίθεση. Δεν μπορούσα να του το αρνηθώ! Μέχρις ένα σημείο τους βλέπαμε τους δικούς μας, καθώς προχωρούσαν προς την κορφή, ύστερα τους σκέπασαν τα δέντρα. Η επίθεση θα 'πρεπε να 'ναι πολύ δύσκολη, γιατί κι οι δικοί μας κι οι αντάρτες θα πολεμούσαν, θα 'ρχονταν ίσως σώμα με σώμα στα τυφλά, μέσα στους φουντωτούς κι αειθαλείς θάμνους. Στο μεταξύ εμείς, σα βάση πυρός, είχαμε κοσκινίσει το φρύδι της κορφής, όπου υποθέταμε πως ήταν οι βάσεις των αντιπάλων μας, με τους όλμους και τα πολυβόλα. Τώρα όμως είχαμε σταματήσει, γιατί υπολογίζαμε πως οι δικοί μας κοντοζύγωναν και φοβόμασταν μήπως χτυπήσουμε τους δικούς μας. Οι αντάρτες βάδιζαν αργά και κανονικά προς την κατεύθυνση μας, χωρίς να βλέπουν. Ήμουν βέβαιος πως δεν είχαν αντιληφθεί την επίθεση των δικών μας, που τους πλησίαζαν επικίνδυνα, γιατί τα μακρινά πυρά δεν προϋποθέτουν πάντα κι επίθεση, εξάλλου το μέρος ήταν τόσο απρόσφορο, που δεν πίστευαν να τους επιτεθούμε. Ξαφνικά κι ενώ για πολλή ώρα επικρατούσε ησυχία, μπορεί να πει κανένας νεκρική σιγή, ακούσαμε ένα σύμμεικτο θόρυβο από μυδράλια, πολυβόλα και τουφεκιές, αυτόματα, «Τόμιγκαν» και χειροβομβίδες, έναν από τους γνωστούς εκείνους κεραυνούς σ' όσους γνώρισαν τις οδυνηρές στιγμές του πολέμου, που σταματά θαρρείς η καρδιά του ανθρώπου για ένα δευτερόλεπτο, μπροστά στην αγωνία του αγνώστου. Αυτό διήρκεσε λίγα λεπτά κι ύστερα αραιά πυρά επακολούθησαν. Όλοι υποπτευθήκαμε κάτι το κακό για τους δικούς μας, γιατί τους είχαμε αντιληφθεί που προχωρούσαν με σφιγμένη την καρδιά, σ' ένα ύψωμα χωρίς παρατήρηση από εμάς και χωρίς γνώση του οπλισμού του αντιπάλου. Σε τέτοιες περιπτώσεις, όταν και η ενίσχυση της βάσης πυρός δεν είναι σοβαρή, η επιχείρηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Το άγνωστο σου προξενεί φόβο και σου μειώνει στο ελάχιστο τις ελπίδες της νίκης. Ύστερα από πέντε δέκα λεπτά, περίπου, είδα τους δικούς μας να υποχωρούν προς τις γραμμές μας, κάπως άτακτα, ασθμαίνοντας και κυριευμένοι από φόβο. Σε μια στιγμή, που ασφαλώς δεν το περίμεναν, δέχτηκαν τα καταιγιστικά πυρά του εχθρού, καταλήφθηκαν από πανικό και υποχώρησαν στις γραμμές μας. Όσο κι αν φαίνονται κάτι τέτοιες στιγμές λυπηρές για το ελληνικό φιλότιμο, δεν μπορεί παρά να δικαιολογηθούν. Είχαν οι στρατιώτες μας άγνοια του εδάφους, έλλειψη παρατήρησης και πληροφοριών για τον αντίπαλο. Ήταν λιγότεροι σε αριθμό και σε οπλισμό κι αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Την άλλη μέρα κάναμε επίθεση με καλύτερους οιωνούς και καταλάβαμε το ύψωμα. Όπως μάθαμε εκ των υστέρων, η επίθεση αυτή, από τη μεριά μας, ήταν δοκιμαστική της δύναμης του αντιπάλου και των συνθηκών του εδάφους. Για να μην ξεφύγω όμως από το θέμα, ας αφήσω στην άκρη τα επακολουθήσαντα κι ας έρθω στο θέμα που μας ενδιαφέρει. Ο Μεμέτ υποχώρησε μόνος του, τελευταίος, γεμάτος λύσσα κι απογοήτευση, με δάκρυα στα μάτια, γιατί όπως νόμιζε αυτός η επίθεση μας απέτυχε. Τον άκουσα να καταφέρεται με θυμό κατά των στρατιωτών μας και να τους αποκαλεί δειλούς κι όχι καλούς πολεμιστές. Αυτά βέβαια τα λόγια τα ξεστόμισε πάνω στο θυμό και στην αγανάκτηση του. Έδειξε όμως ηρωισμό και καρτερία, ψυχραιμία κι ανυπολόγιστο θάρρος στο αντίκρισμα του θανάτου. Στη διμοιρία μου είχα ένα Δυτικομακεδόνα στρατιώτη, από τα μέρη της Φλώρινας. Ήταν ένα ψηλό και γεροδεμένο, ευρύστερνο παλικάρι, που ξεχώριζε ανάμεσα στους άλλους στρατιώτες μου για τη φυσική του ρώμη κι αντοχή. Είχε πολλή δύναμη και καθώς είναι φυσικό την έδειχνε σε κάθε περίπτωση που του δινόταν ευκαιρία. Μαζί του δεν μπορούσε να παραβγεί κανένας άλλος στρατιώτης μου στην πάλη. Ήταν ένα παιδί του βουνού, τσοπανόπουλο, που άμα έκανε κατάλληλη άσκηση και συστηματική προπόνηση, μπορούσε, ίσως, με τα φυσικά προσόντα που διέθετε να γίνει ένας διαλεχτός πρωτοπαλαιστής. Ήταν, με δυο λόγια, ένα φυσικό φαινόμενο που δεν είχε βαθιά επίγνωση των φυσικών του δυνατοτήτων, που μπορούσαν να τον αναδείξουν σ' έναν εξαιρετικό παλαιστή. Μια μέρα, δε θυμάμαι κι εγώ πώς έγινε ακριβώς, από λόγο σε λόγο, έφτασαν στο σημείο, μαζί με τον Μεμέτ, να κάνουν έναν αγώνα πάλης μπροστά στη διμοιρία, που σχημάτισε ένα ημικύκλιο και παρακολουθούσε σαν θεατής το θέαμα αυτό το ειρηνικό, στα ματωμένα βουνά της Ροδόπης. Ήταν μια ειρηνική κι αναίμακτη άμιλλα κι ένας ευγενικός αγώνας, ανάμεσα σ' έναν Έλληνα στρατιώτη κι έναν Πομάκο σύμμαχο και συμπολεμιστή. Ήταν καλός καιρός, άνοιξη. Οι παλαιστές είχαν βγάλει τα χιτώνια και τα πουκάμισα τους και μόνο με το παντελόνι, σιγά σιγά και μελετημένα, ασθμαίνοντας, με τα κεφάλια το ένα δίπλα στο άλλο και τα στομάχια να ανεβοκατεβαίνουν, βρέθηκαν σ' ένα σύμπλεγμα, καθώς κρατούσαν ο ένας το χέρι του άλλου και πάσχιζαν με τ' άλλο να βρουν κάποιο πιάσιμο για να ανατρέψουν τον αντίπαλο και να πετύχουν ο καθένας για λογαριασμό του την ποθητή νίκη. Ο δικός μας πιο τολμηρός κι επιθετικός, μα λίγο άμυαλος, σαν νεότερος που ήταν, μέχρι είκοσι πέντε ετών, ενώ ο Μεμέτ είχε τα σαράντα, πολεμούσε να πετύχει μια γρήγορη νίκη. Αντίθετα ο Μεμέτ, πιο λογικός, προσπαθούσε με περίσκεψη να βρει την κατάλληλη ευκαιρία, κουράζοντας τον αντίπαλο του. Εμείς στην πλαγιά του υψώματος, κάπως αμφιθεατρικά, ενώ οι παλαιστές είχαν την παλαίστρα τους στο ίσιωμα, παρακολουθούσαμε με αγωνία και συγκίνηση και με κάποια ταραχή τον αγώνα των δύο ανδρών, τον αγώνα του Έλληνα και του φίλου Πομάκου, τον αγώνα της νιότης και της ωριμότητας. Ο αγώνας δε διήρκεσε και πολλήν ώρα. Σε κανένα τέταρτο με είκοσι λεπτά κατόρθωσε ο Μεμέτ μ’ ένα αριστοτεχνικό κόλπο να ανατρέψει και να καθηλώσει τη ράχη του δικού μας στο χώμα. Εμείς κάπως ψυχρά υποδεχτήκαμε τη νίκη του μουσουλμάνου κι αλλόθρησκου συμμάχου μας, ίσως γιατί πληγώθηκε το εθνικό μας φιλότιμο με την ήττα του συμπατριώτη μας. Εγώ, για να διασκεδάσω την κακήν εντύπωση που άθελα μας δημιουργήσαμε στον Μεμέτ, έσπευσα να τον συγχαρώ για τη νίκη του. Αυτός με μεγάλη μετριοφροσύνη δέχτηκε τα συγχαρητήρια μου κι αποτεινόμενος προς όλους γύρω του τους θεατές, είπε τα εξής λόγια, που θα μου μείνουν αξέχαστα: «Νίκησα με την τέχνη κι όχι με τη δύναμη. Ο δικός σας συνάδελφος είναι κατά πολύ δυνατότερος μου. Με την εξάσκηση και τη θέληση θα γίνει πρωτοπαλαιστής. Διαθέτει πάρα πολλή δύναμη». Ο Μεμέτ ήταν μια μεγάλη κι ευγενική καρδιά. Καλή του ώρα, όπου κι αν βρίσκεται σήμερα. ΟΝΟΜΑΣΙΑ Οι «Πομάκοι», όπως τους ονομάζουμε εμείς οι Έλληνες σήμερα, όνομα που το δανειστήκαμε, πιθανώς, από τους Βούλγαρους κι από τους Τούρκους και που είναι άγνωστη, σχεδόν, η προέλευση του σήμερα, αποτελούν ξεχωριστό λαό, με ιδιαίτερα ήθη και έθιμα και δικό τους φυλετικό χαρακτήρα. «Pomaκ» αναφέρονται και από τους Τούρκους και από τους Βούλγαρους, λέξη που ισχυρίζονται μερικοί ότι σημαίνει κάτοικοι του «Poma», αρχαίου θρακικού τοπωνυμίου1, οι ίδιοι όμως οι Πομάκοι τη θεωρούν προσβλητική και υβριστική ονομασία και θέλουν να αυτοαποκαλούνται «Αχριάν», δηλαδή «Αγριάνες», όνομα αρχαίας θρακικής φυλής, που κατοικούσε στ’ άγονα κι ορεινά μέρη του όρους Σκόμιο και στη Βορειοδυτική Ροδόπη και που λέγονταν κι αλλιώς «Αγρίες», «Αγραίοι» κι «Αγριείς». Φημίζονταν σαν επιδέξιοι ακοντιστές. Υπάρχει και μια άλλη άποψη ότι η λέξη «Πομάκος» προέρχεται από το «Απόμαχος», ονομασία που δόθηκε στους θράκες πολεμιστές του Μ. Αλεξάνδρου μετά την εκστρατεία της Περσίας. Επειδή κατοικούσαν σε χώρα αποκλειστικά ορεινή κι άγονη, ζούσαν με την κτηνοτροφία κι είχαν σαν κύριο έργο τους να κατατάσσονται σαν μισθοφόροι στους Οδρύσες, τους Αθηναίους, τους Μακεδόνες και τους Ρωμαίους, γιατί ήταν ηρωικοί και περίφημοι ακοντιστές, όπως ανέφερα και παραπάνω. Είχαν γείτονες τους μαχαιροφόρους Δίους, τους Αριδαίους, τους Τραλλείς, τους Τριήρες2 .Σαν ζωντανό κατάλοιπο της καταγωγής τους αυτής από την αρχαία φυλή των Αγριάνων είναι κι ορισμένα τοπωνύμια κι ονομασίες χωριών, που βρίσκονται στο ζωτικό χώρο των Πομάκων, όπως η τουρκική ονομασία ενός χωριού της περιφέρειας Ορεστιάδας «Αχράν Μπουνάρ», που σημαίνει «βρύση των Αγριάνων» και σήμερα ονομάζεται «Αγριάνη». Άρα η φυλετική τους προέλευση διατηρήθηκε κι απ' τους ίδιους κι από τους κατακτητές τους, που εξακολουθούν να διατηρούν το όνομα των Αγριάνων σε τόπους και σε χωριά. ΖΩΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΤΩΝ ΠΟΜΑΚΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΦΥΛΕΣ Ο λαός των Πομάκων, που υπολογίζεται σήμερα σε 700.000 ψυχές, περίπου, ζει και κατοικεί, σαν μειονότητα, στη βουλγαρική κι ελληνική Θράκη, ιδίως στη μέση Ροδόπη, που περιλαμβάνει από δυτικά προς ανατολικά την κορυφογραμμή του Όρβηλου (Περίν) μεταξύ Στρυμόνα και Νέστου, το «Ντοσπάτ-Νταγ», το «Κιρκέτ-Μπαλκάν», το «Σεμπέτ-Μπαλκάν», την πεδιάδα του ποταμού Άρδα, με τμήμα της πεδιάδας Κομοτηνής και το τρίγωνο «Πλέβνας-Λόβετς» του Αίμου, στη Βόρεια Βουλγαρία. Απ' αυτούς, 17.000 περίπου κατοικούν στη σημερινή ελληνική Θράκη, στην ορεινή Ροδόπη Ξάνθης και Κομοτηνής, αυτούς ακριβώς που έτυχε να γνωρίσω από κοντά και να ζήσω μαζί τους επτά μήνες περίπου με τον εμφύλιο πόλεμο. Αυτοί μιλούν ένα κράμα γλωσσικό, που έχει το σκελετό και το τυπικό της βουλγαρικής γλώσσας, όμως είναι γεμάτο από ελληνικές λέξεις, κατάλοιπα της καταγωγής τους από τους αρχαίους θράκες. Λέγεται πως υπήρχαν παλαιότερα και φυλές Πομάκων που μιλούσαν την τουρκική γλώσσα, οι λεγόμενοι «Νταγλήδες», δηλαδή βουνίσιοι και οι «Κιζίλ-μπάσηδες», δηλαδή κοκκινοκέφαλοι, που φαίνεται, όμως, πως μετανάστευσαν στην Τουρκία, με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Αυτά λέγονται από τους γεροντότερους κι είναι απόλυτα σεβαστά και παραδεκτά. Ας με συγχωρήσει όμως ο αξιότιμος κύριος Πολύδωρος Παπαχριστοδούλου, αν διαφωνήσω με την πληροφορία του για ελληνόφωνους Πομάκους, τους λεγόμενους «Γραβανίτηδες» και «Μάρηδες», που κατοικούν τάχα στις ταπεινές υπώρειες της Ανατολικής Ροδόπης κοντά στον Ερυθροπόταμο, παρακλάδι του Έβρου, ανάμεσα στο Διδυμότειχο και στο Ορτάκιοι, σύμφωνα με την άποψη του αείμνηστου θράκα ιστορικ |