| |||||||
| Cyprus Forum Cyprus history and politics. Cypriot news and the Cyprus issue |
![]() |
| | LinkBack | Thread Tools | Display Modes |
| ||||
|
Ιστορία της Κύπρου Μεσαιωνική-Νεώτερη Τα δύο πρώτα μέρη του βιβλίου αυτού, το οποίο διδάσκεται στο Λύκειο, αφιερώνονται στις περιόδους της Φραγκοκρατίας και Ενετοκρατίας στο νησί. Η προσπάθεια των συγγραφέων είναι έκδηλη: με κάθε τρόπο και σε κάθε ευκαιρία επισημαίνεται και αποδεικνύεται η ελληνικότητα της Κύπρου: «Η γραπτή γλώσσα (την εποχή της Φραγκοκρατίας), παρόλο που εγκατέλειψε τη λόγια πνευματική παράδοση και νοθεύτηκε με πλήθος γαλλικών λέξεων, έμεινε ελληνική αφού ντύθηκε διαλεκτικό ένδυμα. Έτσι αποβαίνει η πρώτη γραπτή διαλεκτική μορφή της ελληνικής γλώσσας που κυριαρχεί σε όλους τους τομείς του γραπτού λόγου του νησιού: νομοθεσία, επίσημα έγγραφα, χρονογραφία, ποίηση» (σελ.45) Το μεγαλύτερο μέρος των σελίδων που αναφέρονται στη Τουρκοκρατία αναλώνονται στην έλευση των Τουρκικών πληθυσμών στο νησί. Σύμφωνα με τους συγγραφείς τον πυρήνα της μουσουλμανικής κοινότητας απετέλεσαν οι 3.000 στρατιώτες που εγκαταστάθηκαν στο νησί με την τουρκική κατάκτηση και ένα πλήθος Ελλήνων που εξισλαμίστηκαν είτε για να ζήσουν καλύτερα είτε με τη βία (παιδομάζωμα): «Εξισλαμισμοί χριστιανών συνέβησαν σε διάφορες περιόδους της Τουρκοκρατίας εξαιτίας της κακοδιοίκησης, της βαριάς φορολογίας, των φυσικών θεομηνιών, των αποτυχημένων εξεγέρσεων κλπ.»(σελ. 154-155). «Στους αναλυτικούς πίνακες των καταστίχων της Αρχιεπισκοπής του 1825 αναγράφονται 28 περιπτώσεις φορολογικής απαλλαγής χριστιανών ραγιάδων από το χαράτσι γιατί «ετούρκεψαν». Λαμβάνοντας υπ'όψιν ότι το γεγονός αυτό αφορούσε οικογενειάρχες, υπολογίζεται ότι εξισλαμίστηκαν 140 πρόσωπα σε ένα χρόνο». (σελ. 156-157). Βέβαια πολλοί από αυτούς συνειδητοποίησαν το σφάλμα τους και θέλησαν πικρά μετανοιωμένοι να επανέλθουν στους κόλπους της Ορθοδοξίας, αλλά «δεν υπήρξε ενθάρρυνση από την εκκλησία η οποία τότε αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα» (σελ. 159) Που θέλουν να καταλήξουν όλα αυτά; Στο σχολικό εγχειρίδιο δεν αναφέρεται ρητά αλλά υπάρχουν πλήθος παραθέματα άλλων συγγραφέων που στοχεύουν στο εξής ένα: να αποδείξουν ότι στο βάθος και οι Τουρκοκύπριοι είναι Έλληνες που μέσα από μία σειρά ατυχών περιστατικών, συμπτώσεων και ιστορικών συγκυριών έχασαν την ελληνικότητά τους. Πρόκειται για ουσιαστική άρνηση της ταυτότητας του «άλλου». Ο «άλλος» απλά δεν υπάρχει, η ταυτότητά του όχι μόνο δεν γίνεται αποδεκτή αλλά ούτε καν αναγνωρίζεται . «Παρόμοιους μαζικούς εξισλαμισμούς με αιτία τις κακές καιρικές συνθήκες (σεισμούς, ανομβρίες κλπ) σε συνδυασμό με τη βαριά φορολογία περιγράφει ο Ρώσος περιηγητής Μπάρσκι στα 1732.» (Σαμαρά Π., (1987) Η ελληνική καταγωγή των Τουρκοκυπρίων, σελ.17-1 (σελ. 156). Από το ίδιο βιβλίο παρατίθεται απόσπασμα όπου αποδεικνύεται ότι ακόμα και τα τουρκικά στρατεύματα αποτελούνταν από άνδρες ελληνικής καταγωγής(!!): «Όμως η ιστορία βοά για την ελληνικότητα των περιοχών αυτών, όπου και σήμερα ακόμα συναντά κανείς χιλιάδες κρυπτοχριστιανών ελληνικής καταγωγής (εν. περιοχές της Μ. Ασίας)Μα αν οι στρατιώτες πήραν για συζύγους Ελληνίδες, για να μη νοθευτεί η φυλή τους ετούτο δε σημαίνει τίποτα άλλο παρά ότι και οι ίδιοι κατάγονταν από εκεί. Ήσαν δηλαδή γενίτσαροι των περιοχών εκείνων ή ακόμη και απόγονοι εκτουρκισμένων ελλήνων του Πόντου» (σελ. 162) Στην ίδια σελίδα, απόσπασμα από το βιβλίο του Κ. Χατζηιωάννου Η καταγωγή των Τουρκοκυπρίων και το κυπριακό, 1976, σελ. 21αναφέρει ότι τα σουλτανικά φιρμάνια που αναφέρονταν στην αναγκαστική μετοίκηση στη Κύπρο αφορούσαν κυρίων «Έλληνες ραγιάδες της Καισαρείας». Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι η αναφορά στις δύο κοινότητες γίνεται με τους όρους «Έλληνες της Κύπρου» και «Τούρκοι» ακόμα και όταν γίνεται αναφορά σε ιστορικές περιόδους του 20ου πλέον αιώνα (σελ. 191). Φυσικά οι «Τούρκοι» είναι αυτοί που συνεργάζονται με τους Άγγλους αποικιοκράτες «Με τη λειτουργία του Νομοθετικού και την αντιπολιτευτική στάση εκ μέρους των Ελλήνων της Κύπρου, οι Άγγλοι χρησιμοποίησαν τις τουρκικές ψήφους, για να εξουδετερώσουν κάθε ελληνική διεκδίκηση. Από τότε εγκαινιάστηκε μια συνεργασία αποικιοκρατίας και τουρκοκυπριακής κοινότητας, η οποία αποδείχθηκε ολέθρια για το νησί» (σελ. 191). Ο τουρκικός πληθυσμός του νησιού εξισώνεται και εξομοιώνεται με τους Άγγλους, γίνεται «ο απόλυτος εχθρός» με όρους Carl Schmitt: «Οι Έλληνες της Κύπρου αγωνίζονταν για να πάψει ο εμπαιγμός σε βάρος τους με την ισοστάθμιση των ψήφων: 9 Έλληνες εναντίον 9 (6 Άγγλων και 3 Τούρκων). Όταν η εξιστόρηση φτάνει στη δράση της ΕΟΚΑ οι Τουρκοκύπριοι όχι μόνο παρουσιάζονται ως υποστηρικτές της αποικιοκρατίας, αλλά και ενταγμένοι πλέον επίσημα στις δυνάμεις ασφαλείας: «Η τουρκική αντίδραση στον ένοπλο αγώνα, όπως ήταν φυσικό, υπήρξε έντονη και εκφράστηκε ποικιλότροπα. Κατ'αρχήν, συνεχίζοντας την παραδοσιακή συνεργασία με τους Άγγλους, πολλοί Τουρκοκύπριοι εντάχθηκαν στις δυνάμεις ασφαλείας του νησιού ως επικουρικοί αστυνομικοί. Παράλληλα οργανώθηκε και κινητοποιήθηκε η μυστική οργάνωση ΤΜΤ, η οποία ευθύνεται για τις βιαιοπραγίες εναντίον των Ελληνοκυπρίων» (σελ. 241). Οι συμφωνίες της Ζυρίχη-Λονδίνου που σήμαναν την έναρξη του ανεξάρτητου Κυπριακού βίου, «ήταν σκανδαλωδώς ευνοϊκές για τους Τουρκοκύπριους». Εξάλλου αυτό το αναφέρουν και «κάποιοι συνταγματολόγοι και νομικοί» (σελ. 272). Οι δυσκολίες λοιπόν που είχε να αντιμετωπίσει το νεοσύστατο κράτος ήταν προφανείς και δεδομένες καθώς «Οι Τουρκοκύπριοι επέμεναν μεθοδικά και συστηματικά στην εφαρμογή όλων των ευνοϊκών γι΄αυτούς διαιρετικών προνοιών του συντάγματος, με αποτέλεσμα να υπάρχει δυσλειτουργία του κράτους και δυστοκία στη λήψη αποφάσεων, τόσο από την κυβέρνηση όσο και από τη Βουλή. Παράλληλα, προέβαιναν σε μυστικές στρατιωτικές προετοιμασίες, ενώ η ΤΜΤ, τρομοκρατική οργάνωση που ελεγχόταν από εξτρεμιστικά στοιχεία της τουρκοκυπριακής ηγεσίας, προσπαθούσε να φιμώσει ή ακόμα και να και να εξουδετερώσει κάθε τουρκοκυπριακή προοδευτική φωνή, που πίστευε και εργαζόταν για την οικοδόμηση ενός κλίματος εμπιστοσύνης και συνεργασίας ανάμεσα στους Έλληνες και τους Τούρκους της Κύπρου , θεωρώντας τη Ζυρίχη ενδιάμεσο σταθμό, που βοηθούσε τις παραπέρα διεκδικήσεις τους.». Τα παραπάνω καθιστούν την πορεία του κράτους ιδιαίτερα επισφαλή και οδηγούν τον Μακάριο στην πρόταση των «Δεκατριών σημείων» (σελ. 276), η οποία πυροδοτεί την «τουρκοκυπριακή ανταρσία» (σελ. 280). Οι Τουρκοκύπριοι πλέον μετατρέπονται σε ανδρείκελα στα χέρια της Τουρκικής πολιτικής, εγκαταλείπουν τα χωριά τους «που ως τότε ζούσαν ειρηνικά με τους Ελληνοκυπρίους και εγκαθίστανται σε αμιγώς τουρκοκυπριακές περιοχές δημιουργώντας έτσι με τη βοήθεια της ΤΟΥΡΔΥΚ τους έξι τουρκοκυπριακούς θύλακες» (σελ. 281). Όλα αυτά βέβαια βάσει σχεδίου «για να δημιουργηθούν προγεφυρώματα για μελλοντική τουρκική εισβολή» (σελ. 281) Οι Τουρκικές δυνάμεις συνεχίζουν τις προκλήσεις με αποτέλεσμα τα αιματηρά γεγονότα του 1964 όταν οι Ελληνικές δυνάμεις προσπάθησαν «να εξουδετερώσουν τον προκλητικό και επικίνδυνο θύλακα Μανσούρας-Κοκκίνων που είχε δημιουργηθεί με εμφανή στόχο: τη δημιουργία προγεφυρώματος» (σελ. 283). Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την αντίδραση των Τούρκων οι οποίοι «για τέσσερις μέρες βομβάρδισαν ανηλεώς και αδιακρίτως την Εθνική Φρουρά αλλά και κατοικημένες περιοχές» (σελ. 284) Ανάλογα παρουσιάζονται και τα γεγονότα της Κοφίνου (14/11/1967): «Τα γεγονότα της Κοφίνου άρχισαν όταν η Εθνική φρουρά και η Αστυνομία εξαπέλυσαν συνδυασμένη επίθεση εναντίον θέσεων Τουρκοκυπρίων στο χωριό Κοφίνου της επαρχίας Λάρνακας.. Στόχος τους ήταν να παρεμποδίσουν τη δημιουργία νέου θύλακα-καντονίου στην περιοχή Κοφίνου-Αγίου Θεοδώρου, όπου ήδη οι Τούρκοι είχαν οργανωθεί και δημιουργούσαν διάφορα προβλήματα στη συγκοινωνιακή αρτηρία Λευκωσίας-Λεμεσού» (σελ. 287). Τα πιο πάνω γεγονότα αναγνωρίζονται ως ατυχής επιλογή της Κυπριακής ηγεσίας, αλλά «σύμφωνα με υπάρχουσες μαρτυρίες έγινε με σύμφωνη γνώμη της ελλαδικής ηγεσίας». Εδώ έχουμε για μια ακόμη φορά τη δαιμονοποίηση του «ξένου παράγοντα», που αυτή τη φορά προσωποποιείται από τη Χούντα των Αθηνών , η οποία ευθύνεται ουσιαστικά και για την τουρκική εισβολή, που ακολούθησε το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου (σελ. 297). Οι Τούρκοι προελαύνουν και νικούν γιατί «βρήκαν μια Κύπρο εντελώς απροστάτευτη και πλήρως αποδιοργανωμένη εξαιτίας του πραξικοπήματος» (σελ. 298) και επειδή «η στρατιωτική τους υπεροπλία ήταν καταφανής». Παρόλα αυτά «δυνάμεις της ΕΛΔΥΚ και της Εθνικής Φρουράς έδωσαν σκληρές μάχες εναντίον των εισβολέων. Πολλοί άνδρες της ΕΛΔΥΚ και της Εθνικής Φρουράς έπεσαν πολεμώντας ηρωικά στη διάρκεια των δύο φάσεων της Τουρκικής εισβολής» (σελ. 296) Κλείνοντας αξίζει να σημειώσουμε ότι το συγκεκριμένο βιβλίο τελειώνοντας κάνει μια σύντομη παρουσίαση των υπολοίπων κοινοτήτων του νησιού (Λατίνοι, Μαρωνίτες, Αρμένιοι). Δεν παραλείπει να τονίσει τους στενούς δεσμούς αυτών των κοινοτήτων με το ελληνικό στοιχείο, ` |