Ehetlaios
10-14-2007, 10:00 AM
Δεν θα το έβαζα αν δεν το αστέρωνε ο Ακρίτας... :)
ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ: Στις Î*λαταιÎ*Ï‚... (http://ehetlaios.blogspot.com/2007/10/blog-post_13.html)
Αφιερωμένο σε όσους πολέμησαν στις Πλαταιές.
Ο Αγησίλαος κοιτούσε τη φωτιά. Ήταν πολλά τα πράγματα που στριφογυρνούσαν στο μυαλό του. Ποιός ήταν, τι ήταν έτοιμος να κάνει, αν θα άντεχε.
Λένε ότι η αληθινή αξία ενός ανθρώπου φαίνεται στο πεδίο της μάχης, εκεί που η τιμή μετριέται με αίμα και η περηφάνια με ατσάλι και πόλεμο. Εκεί που η φλόγα της καρδιάς και το κουράγιο κάνουν τη διαφορά μεταξύ ενός ζωντανού νικητή και ενός νεκρού χαμένου. Δεν ήταν καθήκον σου το να πεθάνεις για την πατρίδα σου. Καθήκον σου ήταν "να κάνεις τον άλλο μπάσταρδο να πεθάνει για την δική του". Το είχε ακούσει αυτό άπειρες φορές από τους εκπαιδευτές του και καταλάβαινε ότι είχαν δίκιο.
Δεν υπήρχε δόξα στο θάνατο. Δεν υπήρχε τιμή. Μόνο αίμα, πόνος και ένα νεκρό κουφάρι. Ήταν σε θέση να το γνωρίζει. Έντεκα χρόνια πριν, ο πατέρας του ο Θέρσιππος είχε πεθάνει, στη μάχη του Μαραθώνα. Ο συμπολεμιστής και παιδικός του φίλος, ο Λεύκαρος, τον είχε φέρει στην πόλη πάνω σε ένα κάρο που είχε δανειστεί από ένα χωρικό στο Μαραθώνα. Το σώμα του νεκρού Θέρσιππου ήταν βρώμικο από αίμα, ξερατά, ιδρώτα, ούρα και χώματα, ο οπλισμός του διαλυμένος. Η ασπίδα του που με τόση φροντίδα ο Αγησίλαος τον έβλεπε να καθαρίζει καθημερινά, είχε βαθουλώματα, ο θώρακας του πολλές χαρακιές και ήταν διαλυμένος εκεί που τον χτύπησε το δόρυ ενώ η περικεφαλαία του είχε σπάσει στη δεξιά πλευρά. Το πρόσωπο του ήταν κατακρεουργημένο εκεί που έσπασε η περικεφαλαία, σημάδι ότι κάποιος από τους εχθρούς του έδωσε δυνατό χτύπημα τη στιγμή που ήταν καρφωμένος στην κοιλιά... Δεν έβλεπε δόξα ο Αγησίλαος. Τα δάκρυα δεν τον άφηναν να δει καλά...
Θυμόταν τις καταστάσεις πριν από τη μάχη. Λεγόταν ότι κάποιος ξένος βασιλιάς από την Ανατολή ήθελε να κυριεύσει την Αθήνα και όχι μόνο. Οι Έλληνες σίγουρα δεν θα έπεφταν χωρίς μάχη, αλλά εκείνες οι ημέρες, λίγους μήνες πριν το Μαραθώνα, ήταν περίεργες. Κανείς δεν κοιμόταν, όλοι ξενυχτούσαν τα βράδια και μιλούσαν με άλλους στους δρόμους της πόλης, για αυτό που θα ερχόταν. Όντας τότε μικρός ο Αγησίλαος δεν πολυκαταλάβαινε τι ακριβώς είχε προηγηθεί για να φτάσουν στον πόλεμο. Τώρα πια ήξερε. Θυμόταν πως πρέπει να ήταν άνοιξη όταν ο πατέρας του γύρισε σπίτι και είπε απλά "ξεκίνησαν" στη μητέρα του, την Κλειώ. Μήνες μετά, αναβρασμός. Η πόλη είχε πάρει φωτιά. Ο πόλεμος τους χτυπούσε την πόρτα.
Θυμόταν τη στιγμή του αποχαιρετισμού πολύ καλά. Ο πατέρας του οπλισμένος, να στέκεται μπροστά από το σπίτι τους, η μητέρα του να στέκεται μπροστά και να τον κοιτάει στα μάτια λέγοντας του τις ύστατες κουβέντες της, η αδελφή του η Πολυξένη που τότε ήταν 9 ετών να έχει αγκαλιάσει τον πατέρα τους και να του ζητάει να μη φύγει. Ο Αγισήλαος είχε αργήσει να φτάσει, έπαιζε στους αγρούς με τον Βίαντα και αμέσως μόλις άκουσαν ότι ήρθε το κάλεσμα στα όπλα έτρεξαν στο σπίτι. Ο πατέρας του Βίαντα, ο Λεύκαρος, είχε αρματωθεί και εκείνος. Περίμενε τον μοναχογιό του για να τον αποχαιρετήσει. Ο Θέρσιππος και ο Λεύκαρος ήταν παιδικοί φίλοι, συνομήλικοι, οι γονείς τους ήταν γείτονες και τους συνέδεε βαθιά φιλία από παλιά, τα σπίτια τους ήταν το ένα δίπλα στο άλλο. Ήταν επόμενο ο καλύτερος φίλος του Αγησίλαου να ήταν ο Βίαντας.
Όταν ο Θέρσιππος είδε τον γιό του τον πήρε παράμερα. Πράγματα που λέγονταν μόνο μεταξύ ανδρών. Συμβουλές που δίνονται την ύστατη ώρα και λόγια που κάποιοι μετανιώνουν που δεν τα είπαν ποτέ. Ο Αγησίλαος αργότερα ευχαριστούσε τον πατέρα του, όταν τον θυμόταν, για αυτά τα λόγια.
Και έπειτα, μετά τον τελευταίο αποχαιρετισμό, ο Θέρσιππος και ο Λεύκαρος κατηφόρισαν προς τους αγρούς που ο στρατός θα μαζευόταν... Τελευταία εικόνα του πατέρα του, που είχε ο Αγησίλαος, ήταν ο Θέρσιππος να αστειεύεται με τον Λεύκαρο για το πόσους δούλους θα είχε ο κάθε Πέρσης στρατιώτης για να του κάνουν αέρα στα αρχίδια, ή αν οι στρατιώτες χρησιμοποιούσαν τις καλαμένιες ασπίδες τους για να αερίζουν τις σκλάβες του Δαρείου...
Και δέκα ημέρες μετά, ο Θέρσιππος νεκρός και διαλυμένος μπροστά από το σπίτι του, ο Λεύκαρος με μια μαύρη κόγχη εκεί που άλλοτε ήταν το δεξί καστανό του μάτι και έναν κομμένο τένοντα στο δεξί μπράτσο που τον έκανε άχρηστο για άλλη μάχη... Η οικογένεια του Θέρισππου έκλαιγε όλη, η οικογένεια του Λεύκαρου συμπονούσε για τον χαμό ενός καλού φίλου, καλού γείτονα και συμπολεμιστή. Ο Λεύκαρος είπε ότι είχαν δώσει ένα όρκο με τον Θέρσιππο πριν τη μάχη, αν κάποιος χανόταν, ο επιζών να φρόντιζε την οικογένεια του άλλου... Είπε ότι σαν άντρας δεν είχε πολλά να προσφέρει παρά την αγάπη του για τα παιδιά του αδελφικού του φίλου... Γονάτισε μπροστά στον Αγησίλαο και του είπε ότι θα τον είχε σαν γιό του... Έτσι και αλλιώς ο Αγησίλαος με τον Βίαντα ήταν σαν αδέλφια και είχαν μεγαλώσει μαζί, ο ίδιος μόνο τον Βίαντα είχε κάνει, οπότε δεν θα υπήρχε πρόβλημα... Η Πολυξένη θα είχε την μητέρα της, αλλά ο Αγησίλαος τον Λεύκαρο...
Λίγες ώρες αργότερα ο Αγησίλαος κρατούσε την αιχμή της σπασμένης λόγχης του πατέρα του στα χέρια του και δάκρυζε, ενώ ο Βίαντας καθόταν δίπλα του. Είχαν πάει στους αγρούς, κάτω από τις ελιές κοντά στο ιερό της Αρτέμιδας. Ο Βίαντας του μίλησε τραχιά, όπως πάντα. "Δεν αξίζει πια να κλαις για αυτόν. Πέθανε. Δεν θα μάθει ότι έκλαψες και δεν πρόκειται να τον φέρεις πίσω. Οπότε απλά συνέχισε."
Άσχημες αναμνήσεις. Η φωτιά των στρατοπέδων ήταν ικανή να φέρει πολλές από δαύτες. Ο Βίαντας καθόταν δίπλα του και έτρωγε άτσαλα ένα κομμάτι κρέας. Σε λίγο δεν θα έμενε τίποτα από το αρνί στη φωτιά αφού πεινασμένοι οπλίτες συνέρρεαν από κάθε γωνιά του στρατοπέδου στις φωτιές για να φάνε κάτι. Η μάχη θα δινόταν την ίδια ημέρα, εκείνο το πρωινό. Ο Αγησίλαος έκοψε ένα μικρό κομμάτι κρέας και άρχισε να τρώει αργά. Δεν πολυπεινούσε και ένοιωθε το στομάχι του βαρύ από την αγωνία. Ο Βίαντας αντιθέτως, δεν καταλάβαινε. Μετά από μερικά λεπτά και αφού είχε φάει για τρεις οπλίτες σηκώθηκε όρθιος. Η στύση ήταν εμφανής. Χαμογελούσε αυτάρεσκα. "Και τώρα είμαι έτοιμος για γαμησάκι!" Περπάτησε μέχρι το σημείο έξω από το στρατόπεδο, κοιτώντας προς τους Πέρσες, στον ορίζοντα. Από όπου περνούσε οι στρατιώτες τον κοιτούσαν, άλλοι με ανοιχτό το στόμα, άλλοι μισογελώντας... Έφτασε εκεί που θα παρατασσόταν ο στρατός, στάθηκε προσοχή, άπλωσε τα χέρια του και κοίταξε προς τους Πέρσες...
"ΠΕΡΣΕΣ!!!! ΕΤΣΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ!!!"
Ένας πίδακας ούρων ξεπήδησε περήφανα από το ερεθισμένο πέος του Βίαντα και ο ίδιος τον κατηύθυνε πέρα - δώθε. Περιφρόνηση προς τον εχθρό. Άρεσε στους Σπαρτιάτες. Ο Καλλίνικος, που δεν πολυσυμπαθούσε τον Βίαντα για τους δικούς του λόγους, ρώτησε σιγανά τον Αγησίλαο αν ο Βίαντας σταματούσε μπροστά σε τίποτα. Ο Αγησίλαος του απάντησε πως ο Βίαντας κατά βάθος ήταν καλός άντρας. Λίγα άτομα τον γνώριζαν για αυτό που πραγματικά ήταν.
Σίγουρα ήταν άξεστος ως προς τους τρόπους του. Τις λίγες ημέρες που πήρε η πορεία από την Αθήνα έως τις Πλαταιές, ο Βίαντας είχε γίνει ο πόλος έλξης των Σπαρτιατών. Ήταν περίεργο για τους Σπαρτιάτες πως ένας Αθηναίος με καλή μόρφωση και μεγαλωμένος στην Αθηνα, την "πόλη των μορφονιών" όπως την αποκαλούσαν, μπορούσε να βρίσει τόσο χυδαία θεούς και ανθρώπους, να είναι τόσο βάρβαρος στους τρόπους και να μην κολλάει πουθενά. Οι ίδιοι οι Σπαρτιάτες περηφανεύονταν πως ήταν οι πιο θαραλλέοι σε όλα ανάμεσα στους Έλληνες και ίσως είχαν δίκιο, όμως ο Βίαντας είχε ένα θάρρος περίεργο. Ήταν είτε το θάρρος του ανθρώπου που ο εγκέφαλος του δεν δουλεύει σωστά και δεν αξιολογεί σωστά αυτά που κάνει, είτε το θάρρος του ανθρώπου που ακολουθεί μονάχα τα ένστικτά του. Είχε ήδη γνωστούς μεταξύ των Σπαρτιατών και έλεγαν χαζά ανέκδοτα για τους Πέρσες... "Πως αναγνωρίζεις τον γιο ενός Πέρση που πέθανε στο Μαραθώνα;", "Ο Μαραθώνας ήταν τρελό γαμήσι και πέρασε όπως περνάει από πατέρα σε γιό. Όταν στήσετε τους Πέρσες για γαμησάκι, προσέξτε τους κώλους τους. Αν είναι πειραγμένοι, ο πατέρας μου τους γάμησε τον πατέρα στο Μαραθώνα!" και διάφορα άλλα...
Ο Βίαντας είχε μεγαλώσει για να γίνει ένας νεαρός γεροδεμένος άντρας 22 ετών. Ήταν μεγαλύτερος του Αγησίλαου για μερικές εβδομάδες αλλά ήταν ανέκαθεν σαν αδέλφια. Τον Αγησίλαο δεν τον πείραζε ο χαρακτήρας του Βίαντα. Τον είχε πια συνηθίσει. Άλλους τους ενοχλούσε, όπως τον Καλλίνικο. Ο Καλλίνικος ήταν ένας νεαρός 20 ετών, υπερβολικά θρήσκος, ήταν η αλήθεια, που έπαιρνε τα πάντα πολύ σοβαρά, ειδικότερα τα περί θεών. Προ ημερών, στη διάρκεια της πορείας, ο Βίαντας είχε βλαστημήσει φωναχτά την Αφροδίτη και ο Καλλίνικος δεν του χαρίστηκε, αποκαλώντας τον με το κοροιδευτικό παρατσούκλι που του είχαν κολλήσει οι Αθηναίοι που γνώριζαν τον άξεστο χαρακτήρα του. Τον αποκάλεσε Προκρούστη. Κατά κάποιο τρόπο, ότι δεν ανήκε στην Αθήνα, αφού ο ιδρυτής της πόλης, ο Θησέας σκότωσε τον Προκρούστη, άρα και ό,τι αντιπροσώπευε αυτός, τους απολίτιστους τρόπους και συμπεριφορές. Ένας δάσκαλος του Βίαντα είχε πει κάποτε ότι ο Βίαντας διέθετε "προκρούστειο λόγο", δηλαδή όποιο πράγμα ήταν μικρό το τραβούσε για να μεγαλώσει και ότι ήταν μεγάλο το πετσόκοβε για να μικρύνει. Γνωρίζοντας όμως ότι ο Βίαντας δεν ενδιαφερόταν και ήταν ικανός να κάνει το "Προκρούστης" το νέο του όνομα, οι Αθηναίοι δεν του το είπαν ποτέ κατάμουτρα. Ο Αγησίλαος το είχε ακούσει τυχαία κάποτε, αλλά δεν έδωσε σημασία. Ο Καλλίνικος το είπε νομίζοντας ότι ο Βίαντας θα προσβαλλόταν. Αντιθέτως γέλασε σαν τρελός και χάρηκε... "Ακούτε; Τώρα έχω και μυθική υπόσταση!" είπε στους Σπαρτιάτες... Και αυτό πείραξε τον Καλλίνικο περισσότερο.
Ήταν σπάνιο ο Βίαντας να είναι σοβαρός και μετρημένος. Έλεγε πάντα αυτό που σκεφτόταν, χωρίς να υπολογίζει αντιδράσεις. Κοιτάζοντας τον να ουρεί προς το στρατόπεδο των Περσών, ο Αγησίλαος δεν έβλεπε τίποτα που να τον έκανε να μοιάζει με τον νεαρό εκείνη την ημέρα, στην παλαίστρα...
Ήταν την εποχή που ήταν και οι δύο δεκαεφτά, πέντε χρόνια πριν. Ο Βίαντας είχε πάει με σιωπηλή διάθεση στην παλαίστρα που προπονούνταν στην πάλη σώμα με σώμα και ζήτησε από τον Αγησίλαο να του μιλήσει. Ό Αγησίλαος δεν του έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Ο Βίαντας το ζήτησε τέσσερις φορές, ακόμα και ενώ πάλευαν, ο Αγησίλαος τον αγνοούσε προσπαθώντας να βρει τρόπο να τον ρίξει κάτω. Κάποια στιγμή, ο Βίαντας τον έπιασε από το λαιμό με το αριστερό χέρι, τον σήκωσε με το δεξί και τον έριξε με την πλάτη στο έδαφος... Ο Αγησίλαος δεν κατάλαβε πόσο γρήγορα έγιναν όλα αυτά, μόνο ένα πιάσιμο στο λαιμό και μετά την πλάτη του να χτυπάει στο χώμα. Ο Βίαντας στάθηκε από πάνω του. "ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ!" φώναξε άγρια. Οι υπόλοιποι στις διπλανές παλαίστρες γύρισαν και τους κοίταξαν για λίγο. Ο Αγησίλαος τον ρώτησε ήρεμα τι ήθελε, αφού είχε πια καταλάβει πως ήταν σοβαρό. Ο Βίαντας έσκυψε από πάνω του, τον κοίταξε στα μάτια και είπε βραχνά τρεις λέξεις. "Την αδελφή σου..." Έπειτα πήγε ένα μέτρο πιο πέρα και έκατσε στο χώμα της παλαίστρας. Ο Αγησίλαος έκατσε και αυτός εκεί που είχε πέσει και τον κοίταξε. Ο Βίαντας είχε μαζευτεί σαν ένα πληγωμένο παιδί, που του είχαν πάρει τα παιχνίδια του και προσπαθούσε να βρει τρόπο να απασχοληθεί. Έξυνε την βρωμιά από το σώμα του, έτριβε τα χέρια του, έξυνε τα γένια του, ρουφούσε τη μύτη του. Ντρεπόταν. Η πρώτη φορά που ο Αγησίλαος τον είχε δει να ντρέπεται. "Θες να της μιλήσω;" τον ρώτησε. Ο Βίαντας τον κοίταξε, ο πόνος ήταν εμφανής στα μάτια του. "Αν γίνεται..." είπε κομπιάζοντας. Έλεγε την αλήθεια. Ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπε έτσι ο Αγησίλαος, ήταν ξεκάθαρο πως ήταν ερωτευμένος, η ντροπή ήταν κάτι άγνωστο για αυτόν και αυτός ήταν ένας άλλος Βίαντας, πιο ευαίσθητος... Ο Αγησίλαος είχε γυρίσει σπίτι του μουδιασμένος. Η Πολυξένη καθόταν στον κήπο του σπιτιού. Της εξήγησε μέσα σε δύο λεπτά τα πάντα, με κάθε λεπτομέρεια. Η ίδια τον κοιτούσε ερευνητικά όσο μιλούσε. Αφού τελείωσε, χαμογέλασε και τον φίλησε στο μάγουλο. "Σε ευχαριστώ αδελφούλη. Θα πάω να τον βρω εγώ." Ο Αγησίλαος έμεινε να αναρωτιέται τι θα γινόταν, ενώ την έβλεπε να φεύγει. Την επόμενη ημέρα τους είδε να περπατούν μαζί σε ένα κεντρικό δρόμο της Αθήνας, χαμογελαστούς.
Ο Βίαντας γύρισε κοντά στη φωτιά χαρούμενος. "Αν αντί για κάτουρο είχα σπέρμα και οι Πέρσες ήταν Περσίδες, θα είχα σπείρει μερικές δεκάδες μπασταρδάκια ως τώρα!" Ο Καλλίνικος δεν κρατήθηκε. "Είσαι χυδαίος!" Ο Βίαντας τον κοίταξε παραξενευμένος. "Μπα... Μίλησε και ο θεούσος... Καμιά θεά από αυτές στις οποίες προσεύχεσαι κατέβηκε να σου πάρει την παρθενιά ή ακόμα αγάμητος είσαι;" Ο Αγησίλαος είπε κοφτά στον Βίαντα να σταματήσει και αυτός κατάλαβε, υπάκουσε. Ο Καλλίνικος προσπαθούσε να συγκρατήσει την οργή του. "Κοροιδεύεις τους θεούς... Γιατί το κάνεις αυτό; Δεν υπάρχουν; Δεν τους βλέπεις;", "Όχι. Δεν τους βλέπω...", "Και όμως... Ήταν στο Μαραθώνα, δεν άκουσες για τον Πάνα, για τον Ήλιο, τον Απόλλωνα, τον Άρη και την Αθηνά; Στις Θερμοπύλες ο ίδιος ο Υψιβρόντης τη δεύτερη ημέρα έριξε τον κεραυνό του στο Καλλίδρομο και τρόμαξε τους Πέρσες, αλλιώς ο Λεωνίδας δεν θα άντεχε τόσο πολύ. Στην Σαλαμίνα σηκώθηκε νέφος πολύ, έκαναν φασαρία και οι Πέρσες τρόμαξαν...", "Ωραία... Πίστευε λοιπόν εσύ ότι θα έρθει και σήμερα ο Δίας να μας βοηθήσει. Εγώ νομίζω ότι αν έρθει, θα μας κατουρήσει μονάχα. Μόνοι μας θα πάρουμε την νίκη, δεν θα μας την δώσει κανένας θεός ούτε κάποιος νεκρός ήρωας της κακιάς ώρας.", "Το να αποκαλείς τον Μαραθώνα, τον Θησέα, τον Εχετλαίο, τον Ηρακλή τον Κυναίγειρο και τόσους άλλους, ήρωες της κακιάς ώρας, δεν σε τιμά.", "Αν περιμένουμε από έναν χαζό αγρότη με ένα γαμημένο αλέτρι που τυχαία βρέθηκε στο Μαραθώνα να έρθει εδώ σήμερα, είμαστε χαμένοι! Όσο για τον Κυναίγειρο, ο ίδιος ο πατέρας μου, μου είπε πως τον είδε να πεθαίνει στην παραλία με κομμένο το χέρι και πως όντως έκανε ό,τι λέγεται πως έκανε. Ο Αισχύλος, ο αδελφός του που ήταν μαζί την ώρα του θανάτου του τα περιέγραψε ακριβώς όπως ο πατέρας μου, τον ακούσαμε κάποτε με τον Αγησίλαο να τα λέει έξω από το θέατρο. Αλλά οι άλλοι απλά δεν ήταν εκεί." Ο Καλλίνικος θύμωσε, σηκώθηκε και έφυγε... Ο Βίαντας γύρισε στον Αγησίλαο. "Πόσοι μαλάκες υπάρχουν σε αυτό το στρατόπεδο;"
Ο Αγησίλαος όμως ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του. Είχε ακούσει και συζητήσει τόσες φορές με πολλούς για τα τρομερά που συνέβησαν στον Μαραθώνα που δεν παρακολούθησε την συζήτηση. Αντιθέτως κοιτούσε ένα κομμάτι λευκό ύφασμα, σαν κορδέλα, που είχε δέσει στον αριστερό του καρπό... Ο Βίαντας τον πρόσεξε. "Της Ιοκάστης;" Ο Αγησίλαος έγνεψε καταφατικά...
Την είχε ερωτευτεί κεραυνοβόλα την ημέρα των Παναθηναίων, προ τριετίας. Ένοιωθε πως την γνώριζε, από την πρώτη στιγμή που την είχε δει, ένα περίεργο συναίσθημα. ήταν λίγο κοντύτερη από αυτόν και δυόμιση χρόνια μεγαλύτερη σε ηλικία, αλλά δεν τον πείραζε αυτό. Το χαμόγελο της, το πανέμορφο πρόσωπό της και τα μαλλιά στο χρώμα της φωτιάς τον έκαναν να την σκέφτεται συνέχεια. Είχε προσπαθήσει να της μιλήσει την ίδια ημέρα στη γιορτή. Τον απέκρουσε ευγενικά, αλλά αυτός ήταν επίμονος. Ο Βίαντας μαζί με τον οποίο ήταν στη γιορτή κοιτούσε τον Αγησίλαο ερευνητικά και χαμογελούσε χαιρέκακα, ενώ έτρωγε ένα μήλο. "Ακολούθησε την όταν φύγει, τώρα ντρέπεται επειδή είναι με φίλες της." Καιροφυλαχτώντας, ο Αγησίλαος την ακολούθησε στα σοκάκια της Αθήνας αλλά την έχασε, σίγουρα ήταν πανέξυπνη... Είχε γυρίσει απογοητευμένος εκεί που ο Βίαντας έτρωγε τις τελευταίες μπουκιές του μήλου... "Την έχασες ε;" Ο Αγησίλαος είχε νεύσει καταφατικά, με ένα μορφασμό. "Θα την ξαναβρεις."
Είχε κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι από τότε. Θυμήθηκε την τελευταία φορά που ήταν μαζί, τρεις ημέρες πριν. Την επομενη θα έφευγε για τις Πλαταιές. Είχαν κανονίσει να συναντηθούν σε ένα συγκεκριμένο ελαιώνα έξω από τα τείχη της πόλης λίγο πριν τη δύση του ήλιου. Θα περίμενε κανείς ότι τα μέρη έξω από την πόλη, μια μέρα πριν την αναχώρηση θα ήταν γεμάτα ερωτευμένους, αλλά το ακριβώς αντίθετο... Ο Αγησίλαος είχε παραξενευτεί αλλά δεν τον πείραξε, χάρηκε...
Ενώ περπατούσαν τον σταμάτησε και του έδωσε το ύφασμα. Του το έδεσε στο αριστερό χέρι. "Για να μην λερώνεται... Θα το προστατεύει η ασπίδα." Εκείνος είχε χαμογελάσει, του άρεσε σαν κίνηση... Ήταν μάλλον χαζό να της ζητήσει να μην ανησυχεί αλλά το έκανε. Αυτή τον κοίταξε σαν να ήταν όντως χαζός... "Στον πόλεμο πας, όχι διακοπές στις Πλαταιές...", "Ε, εντάξει... Νέα είσαι, όμορφη είσαι, θα βρεις κάποιον άλλο αν πάθω τίποτα, μην στενοχωριέσαι τόσο..." Τον αγκάλιασε τρυφερά. "Καλά... Κορόιδευε εσύ..." Αυτός την έσφιξε και της φίλησε το κεφάλι στοργικά...
Κάθισαν κάτω από μια ελιά, ενώ η σιωπή βασίλευε. Και τότε αυτή την έσπασε. "Θυμάσαι πως προσπάθησες να με πλησιάσεις; Έκανες τόσα αστεία πράγματα.", "Ναι... Το πρώτο βράδυ ξέφυγες.", "Τι να έκανα όταν ένας τύπος που δεν ήξερα με πήρε στο κατόπι μέσα στη νύχτα; Αλλά το καλύτερο ήταν με τον Όμηρο..." Ο Αγησίλαος γέλασε δυνατά. Το είχε ξεχάσει πια. Με τον Βίαντα παρέα είχε βρει από που περνούσε η Ιοκάστη και ποιές ώρες της ημέρας. Κατά το μεσημέρι, συνήθως περνούσε κάτω από μια γέφυρα σε ένα συγκεκριμένο σημείο, γυρνώντας στο σπίτι της μαζί με φίλες της. Μια εβδομάδα αφότου την είχε δει για πρώτη φορά, στα Παναθήναια, είχε κάτσει και είχε συνθέσει ένα ποίημα με στίχους από την Ιλιάδα που μιλούσαν για την ομορφιά της Ελένης, αλλά με το όνομα της Ιοκάστης... Ο ίδιος είχε κάτσει πάνω στη γέφυρα με τον Βίαντα και μόλις την είδε να περνάει από κάτω, ξεκίνησε να απαγγέλλει. Αυτή τον είχε κοιτάξει με τα γκρι μάτια της γουρλωμένα από έκπληξη. Συνέχισε να απαγγέλλει μέχρι που ένας γέροντας που είχε προσέξει την όλη σκηνή φώναξε στον Αγησίλαο να σταματήσει να κλέβει τον Όμηρο τόσο ξεδιάντροπα. Ο Αγησίλαος ξαφνιάστηκε, και κοίταξε τον χέροντα, έχοντας τα χαμένα. Ο Βίαντας αν και κρατιόταν τόση ώρα, δεν μπορούσε άλλο. Το γέλιο του ακούστηκε σίγουρα σε όλη την Αθήνα. Ο Αγησίλαος γύρισε και τον κοίταξε παράξενα, ενώ ο Βίαντας κρατούσε την κοιλιά του από τα γέλια. Όταν ξανακοίταξε εκεί που ήταν νωρίτερα η Ιοκάστη, αυτή είχε εξαφανιστεί.
Μια εβδομάδα αργότερα ο Βίαντας πήγε και τον βρήκε, νωρίς το μεσημέρι. Του είπε απλά "Έλα." και τον οδήγησε σε ένα σημείο που είχε να πάει χρόνια, που δεν τους έβγαζε ο δρόμος. Η Ιοκάστη ήταν εκεί και τον περίμενε. Ο Αγησίλαος τα έχασε. "Ε...", "Εμένα μην με ευχαριστείς... Θα είναι αρκετό αν δεν τα κάνεις θάλασσα. Την Πολυξένη να ευχαριστήσεις. Άντε, καλό κουράγιο." Τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη και έφυγε. Αυτός προχώρησε προς την Ιοκάστη με βαρύ βήμα. Δεν ήξερε τι να πει. Αυτή μίλησε πρώτη. "Νομίζω πως είσαι καλό παιδί αλλά άγαρμπος. Λέω να σου δώσω μια ευκαιρία." Ο Αγησίλαος δεν μπορούσε να μιλήσει... "Είσαι δειλός τελικά ε;... Με απογοητεύεις. Νόμιζα ότι τώρα που με έχεις μπροστά σου με σάρκα και οστά θα μιλούσες ευκολότερα..." Δεν θυμόταν τίποτα άλλο από την συγκεκριμένη ημέρα, παρά το ότι μιλήσανε μέχρι το ηλιοβασίλεμα, μέχρι που ο ορίζοντας είχε πάρει το χρώμα των μαλλιών της...
Η συζήτηση αυτή δεν του άρεσε αν και έπρεπε να γίνει. Μια ημέρα πριν τον πόλεμο, ένας τελευταίος αποχαιρετισμός, μια τελευταία ενθύμηση, μια τελευταία ένωση αναμεμειγμένη με αίμα και δάκρυα... Η ανάσα της ήταν βαριά από τον πόθο και ήταν έτοιμος να την πληγώσει για μια τελευταία φορά... Τα λόγια βγήκαν βραχνά και κομπιάζοντας... "Ακόμα και αν χαθώ... Θα έχεις κάτι για να με θυμάσαι..." Η Ιοκάστη τον κοίταξε σαν να έβλεπε κάποιον τρελό που δεν είχε ξαναδει, ίσως το τέλος του κόσμου... Τον χαστούκισε και τον αγκάλιασε ακόμα πιο δυνατά κλαίγοντας γοερά... Ο Αγησίλαος την έσφιξε και αναρωτήθηκε πόσο κακοί ήταν οι θεοί τελικά, πως αφήνουν τις λέξεις να πέφτουν σαν βέλη πάνω στις καρδιές...
Γύρισαν σπίτι τους χωρίς να πούνε λέξη. Το επόμενο πρωί η Ιοκάστη ήταν μπροστά από το σπίτι του, αν και δεν περίμενε να την δει. Δεν του είπε κουβέντα. Ένα τελευταίο φιλί, μια τελευταία αγκαλιά, ο πόνος στα μάτια της ήταν εμφανής. Ο Βίαντας αποχαιρέτησε την Πολυξένη σοβαρός. Η Κλειώ, η μητέρα του Αγησίλαου πήρε τον λόγο και μίλησε και στους δύο, η μητέρα του Βίαντα η Ηλέκτρα δεν είπε κουβέντα εκείνη τη μέρα και ο Λεύκαρος είχε πεθάνει δύο χρόνια πριν από μια άσχημη μόλυνση στο δεξί μάτι. "Οι Σπαρτιάτισσες λένε στους γιούς τους να γυρίσουν με την ασπίδα τους στον ώμο ή νεκροί. Εμείς όμως δεν είμαστε Σπαρτιάτισσες. Γυρίστε σώοι και ζωντανοί και ας πάνε οι ασπίδες στα καταραμένα τα Τάρταρα."
Φεύγοντας ο Αγησίλαος συλλογιζόταν την Ιοκάστη και τα ματωμένα δάκρυα που θα έχυνε... Αν δεν έχυσε ό,τι δάκρυα της είxαν απομείνει το προηγούμενο βράδυ... Ο Βίαντας στον κόσμο του. "Γυναίκες... Όλο κλαίνε...", "Δεν μπορείς να της κατηγορήσεις...", "Μάλλον όχι, αλλά εγώ χαίρομαι και θα έπρεπε να χαίρονται και αυτές για εμάς. Πάμε για γαμησάκι! Εύχομαι να έχουν και οι Πέρσες στενά κωλαράκια..." Ο Βίαντας προπορευόταν αλλιώς θα καταλάβαινε τι είχε πει αν είχε κοιτάξει τον Αγησίλαο. Το σαγόνι του Αγησίλαου είχε πέσει στο χώμα... Το -και- υποδήλωνε πως η αδελφή του... Έδιωξε αμέσως την σκέψη και πήγε νοητά κάπου αλλού, στο πεδίο της μάχης...
Η φωτιά τριζοβολούσε και σιγά - σιγά οι στρατιώτες ετοιμάζονταν. Ο Αγησίλαος σηκώθηκε και τότε τον είδε. Ο Παυσανίας, ντυμένος με τον φαικόκκινο σπαρτιατικό χιτώνα κατευθυνόταν προς το μέρος τους. Τον είχε δει κάνα δυό φορές αλλά ήταν πάντα πλαισιωμένος από Σπαρτιάτες αξιωματικούς που δεν τον άφηναν σε ησυχία. Ο Βίαντας σηκώθηκε σε στάση προσοχής μόλις είδε τον Σπαρτιάτη στρατηγό δίπλα του. Ο Παυσανίας τον κοίταξε προσεκτικά. "Εσύ είσαι που βρίζεις σαν Σπαρτιάτης;", "Μάλιστα, κύριε...", "Άσε τα τυπικά. Όλοι για εσένα και τη γλώσσα σου λένε στο στρατόπεδο. Ήρθα να σε γνωρίσω από κοντά, αφού ο Άρης μπορεί να μας πάρει όλους υπηρέτες του μέσα στην ημέρα. Έμαθα πως σε λένε Βίαντα, και είσαι γιος του Λεύκαρου. Γιατί πολεμάς; Την αλήθεια θέλω.", "Τους κόψαμε τα αρχίδια στην Σαλαμίνα. Έμεινε το πουλί. Τους ευνουχίζουμε σήμερα και τους στέλνουμε από εκεί που ήρθαν. Είμαι σίγουρος πως θα νικήσουμε... Για να χύσω το αίμα τους πολεμάω." Ο Παυσανίας χάρηκε με την ευθύτητα της απάντησης του Βίαντα και κοίταξε χαμογελαστός τον Αγησίλαο.
"Εσένα πως σε λένε; Και γιατί πολεμάς;", "Αγησίλαος Θερσίππου... Και πολεμώ για πολλά... Για την γυναίκα που αγαπώ και αυτό που κουβαλάει μέσα της..." Ο Βίαντας γύρισε αμέσως και κοίταξε τον Αγησίλαο παραξενεμένος, έπειτα χαμήλωσε το βλέμμα σκεφτικός... "Πολεμάω επίσης για την αδελφή μου και τη μητέρα μου και την μητέρα του φίλου μου και τους συμπατριώτες μου και την πόλη μου. Και για την Γη αυτή που μας γέννησε όλους. Και για την ελευθερία."
Ο Παυσανίας κοιτούσε ευχαριστημένος. "Κάτι τέτοια παλικάρια πέθαναν πέρισυ με τον Λεωνίδα. Χαίρομαι να βλέπω την ίδια αρετή που επέδειξαν οι Σπαρτιάτες και οι υπόλοιποι Θερμοπυλομάχοι και σε άλλους Έλληνες. Ετοιμαστείτε για μάχη. Σε λίγο ξεκινάμε."
Στοιχήθηκαν στις θέσεις τους σιωπηλοί. Ο Βίαντας στα αριστερά του Αγησίλαου. Λίγο πριν το τέλος. Λίγο πριν κατεβάσουν τις περικεφαλαίες και χαθούν. Ο Βίαντας είχε ξαναπάρει ένα σοβαρό ύφος. Γύρισε και κοίταξε τον Αγησίλαο. "Πρόσεξα αυτό που είπες στον στρατηγό νωρίτερα...", "Ο Αγησίλαος ένευσε θετικά. "Θέλω να σου πω κάτι. Δεν είναι μόνο η Ιοκάστη έγκυος... Μάλλον και η Πολυξένη..." Ο Αγησίλαος έμεινε κάγκελο. "Βλέπεις λοιπόν... Ας μην καταντήσουμε σαν τους πατεράδες μας. Ας δώσουμε έναν όρκο σαν και αυτούς, αλλά όχι τον ίδιο με αυτούς. Δώσε μου τον όρκο σου πως θα πολεμήσουμε, θα ζήσουμε και σε είκοσι χρόνια από τώρα θα λέμε στα παιδιά μας για αυτή τη μάχη." Ο Αγησίλαος ψέλλισε απλά "Εντάξει..." Ο Βίαντας χαμογέλασε... "Και κάτι άλλο..." Γύρισε στον Καλλίνικο, δύο σειρές πιο πίσω στα αριστερά του και τον φώναξε. Ο Καλλίνικος τον κοίταξε παραξενεμένος...
Ο Βίαντας το είπε. "Ζευ μεθ' υμών, αδελφέ." Ο Καλλίνικος χαμογέλασε, πλατιά, αληθινά. "Μεθ' υμών, φίλε μου..."
Ο Παυσανίας προχώρησε μπροστά από το στράτευμα. Ο ιερέας έκοψε το λαιμό του κόκκορα. Ο Παυσανίας κοίταξε βόρεια, προς την πλευρά του Ολύμπου, εκεί που ο Ζευ πάντα κυβερνά.
"Ζευ, Σωτήρ, Νίκη!" φώναξε με καθαρή φωνή.
Ο Βίαντας δεν κρατιόταν...
"ΚΑΙ ΚΑΛΟ ΓΑΜΗΣΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ!!!!!"
Μερικά σκόρπια γέλια από την πλευρά που βρίσκονταν οι Σπαρτιάτες ακούστηκαν... Ο Παυσανίας γύρισε και κοίταξε χαμογελαστός το στράτευμα. Πραγματικά περίεργο πως μπορεί η σιωπή να κυβερνά ανάμεσα σε χιλιάδες άντρες... "Και αυτό... Και καλό γαμήσι φυσικά! Να αφήσετε τον Μαρδόνιο για τον Βίαντα!" είπε γελώντας. Τα γέλια των οπλιτών εξάγνισαν τον φόβο. Οι περικεφαλαίες έκρυψαν οτιδήποτε ανθρώπινο είχαν τα πρόσωπα τους, μαύρες κενές κόγχες πίσω από σιδερένια κορινθιακά κράνη...
Ο Αγησίλαος τρέχοντας προς τον εχθρό κοίταξε μια τελευταία φορά πριν τη μάχη τον Βίαντα που έτρεχε στα αριστερά του. Ο ίδιος του ένευσε και συνέχισε τρέχοντας στον δρόμο του. Μια τελευταία ματιά στο λευκό κομμάτι ύφασμα στο αριστερό χέρι, μια τελευταία σκέψη για τους αγαπημένους... Και μετά μόνο αίμα και ατσάλι για τον εχθρό...
ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ: Στις Î*λαταιÎ*Ï‚... (http://ehetlaios.blogspot.com/2007/10/blog-post_13.html)
Αφιερωμένο σε όσους πολέμησαν στις Πλαταιές.
Ο Αγησίλαος κοιτούσε τη φωτιά. Ήταν πολλά τα πράγματα που στριφογυρνούσαν στο μυαλό του. Ποιός ήταν, τι ήταν έτοιμος να κάνει, αν θα άντεχε.
Λένε ότι η αληθινή αξία ενός ανθρώπου φαίνεται στο πεδίο της μάχης, εκεί που η τιμή μετριέται με αίμα και η περηφάνια με ατσάλι και πόλεμο. Εκεί που η φλόγα της καρδιάς και το κουράγιο κάνουν τη διαφορά μεταξύ ενός ζωντανού νικητή και ενός νεκρού χαμένου. Δεν ήταν καθήκον σου το να πεθάνεις για την πατρίδα σου. Καθήκον σου ήταν "να κάνεις τον άλλο μπάσταρδο να πεθάνει για την δική του". Το είχε ακούσει αυτό άπειρες φορές από τους εκπαιδευτές του και καταλάβαινε ότι είχαν δίκιο.
Δεν υπήρχε δόξα στο θάνατο. Δεν υπήρχε τιμή. Μόνο αίμα, πόνος και ένα νεκρό κουφάρι. Ήταν σε θέση να το γνωρίζει. Έντεκα χρόνια πριν, ο πατέρας του ο Θέρσιππος είχε πεθάνει, στη μάχη του Μαραθώνα. Ο συμπολεμιστής και παιδικός του φίλος, ο Λεύκαρος, τον είχε φέρει στην πόλη πάνω σε ένα κάρο που είχε δανειστεί από ένα χωρικό στο Μαραθώνα. Το σώμα του νεκρού Θέρσιππου ήταν βρώμικο από αίμα, ξερατά, ιδρώτα, ούρα και χώματα, ο οπλισμός του διαλυμένος. Η ασπίδα του που με τόση φροντίδα ο Αγησίλαος τον έβλεπε να καθαρίζει καθημερινά, είχε βαθουλώματα, ο θώρακας του πολλές χαρακιές και ήταν διαλυμένος εκεί που τον χτύπησε το δόρυ ενώ η περικεφαλαία του είχε σπάσει στη δεξιά πλευρά. Το πρόσωπο του ήταν κατακρεουργημένο εκεί που έσπασε η περικεφαλαία, σημάδι ότι κάποιος από τους εχθρούς του έδωσε δυνατό χτύπημα τη στιγμή που ήταν καρφωμένος στην κοιλιά... Δεν έβλεπε δόξα ο Αγησίλαος. Τα δάκρυα δεν τον άφηναν να δει καλά...
Θυμόταν τις καταστάσεις πριν από τη μάχη. Λεγόταν ότι κάποιος ξένος βασιλιάς από την Ανατολή ήθελε να κυριεύσει την Αθήνα και όχι μόνο. Οι Έλληνες σίγουρα δεν θα έπεφταν χωρίς μάχη, αλλά εκείνες οι ημέρες, λίγους μήνες πριν το Μαραθώνα, ήταν περίεργες. Κανείς δεν κοιμόταν, όλοι ξενυχτούσαν τα βράδια και μιλούσαν με άλλους στους δρόμους της πόλης, για αυτό που θα ερχόταν. Όντας τότε μικρός ο Αγησίλαος δεν πολυκαταλάβαινε τι ακριβώς είχε προηγηθεί για να φτάσουν στον πόλεμο. Τώρα πια ήξερε. Θυμόταν πως πρέπει να ήταν άνοιξη όταν ο πατέρας του γύρισε σπίτι και είπε απλά "ξεκίνησαν" στη μητέρα του, την Κλειώ. Μήνες μετά, αναβρασμός. Η πόλη είχε πάρει φωτιά. Ο πόλεμος τους χτυπούσε την πόρτα.
Θυμόταν τη στιγμή του αποχαιρετισμού πολύ καλά. Ο πατέρας του οπλισμένος, να στέκεται μπροστά από το σπίτι τους, η μητέρα του να στέκεται μπροστά και να τον κοιτάει στα μάτια λέγοντας του τις ύστατες κουβέντες της, η αδελφή του η Πολυξένη που τότε ήταν 9 ετών να έχει αγκαλιάσει τον πατέρα τους και να του ζητάει να μη φύγει. Ο Αγισήλαος είχε αργήσει να φτάσει, έπαιζε στους αγρούς με τον Βίαντα και αμέσως μόλις άκουσαν ότι ήρθε το κάλεσμα στα όπλα έτρεξαν στο σπίτι. Ο πατέρας του Βίαντα, ο Λεύκαρος, είχε αρματωθεί και εκείνος. Περίμενε τον μοναχογιό του για να τον αποχαιρετήσει. Ο Θέρσιππος και ο Λεύκαρος ήταν παιδικοί φίλοι, συνομήλικοι, οι γονείς τους ήταν γείτονες και τους συνέδεε βαθιά φιλία από παλιά, τα σπίτια τους ήταν το ένα δίπλα στο άλλο. Ήταν επόμενο ο καλύτερος φίλος του Αγησίλαου να ήταν ο Βίαντας.
Όταν ο Θέρσιππος είδε τον γιό του τον πήρε παράμερα. Πράγματα που λέγονταν μόνο μεταξύ ανδρών. Συμβουλές που δίνονται την ύστατη ώρα και λόγια που κάποιοι μετανιώνουν που δεν τα είπαν ποτέ. Ο Αγησίλαος αργότερα ευχαριστούσε τον πατέρα του, όταν τον θυμόταν, για αυτά τα λόγια.
Και έπειτα, μετά τον τελευταίο αποχαιρετισμό, ο Θέρσιππος και ο Λεύκαρος κατηφόρισαν προς τους αγρούς που ο στρατός θα μαζευόταν... Τελευταία εικόνα του πατέρα του, που είχε ο Αγησίλαος, ήταν ο Θέρσιππος να αστειεύεται με τον Λεύκαρο για το πόσους δούλους θα είχε ο κάθε Πέρσης στρατιώτης για να του κάνουν αέρα στα αρχίδια, ή αν οι στρατιώτες χρησιμοποιούσαν τις καλαμένιες ασπίδες τους για να αερίζουν τις σκλάβες του Δαρείου...
Και δέκα ημέρες μετά, ο Θέρσιππος νεκρός και διαλυμένος μπροστά από το σπίτι του, ο Λεύκαρος με μια μαύρη κόγχη εκεί που άλλοτε ήταν το δεξί καστανό του μάτι και έναν κομμένο τένοντα στο δεξί μπράτσο που τον έκανε άχρηστο για άλλη μάχη... Η οικογένεια του Θέρισππου έκλαιγε όλη, η οικογένεια του Λεύκαρου συμπονούσε για τον χαμό ενός καλού φίλου, καλού γείτονα και συμπολεμιστή. Ο Λεύκαρος είπε ότι είχαν δώσει ένα όρκο με τον Θέρσιππο πριν τη μάχη, αν κάποιος χανόταν, ο επιζών να φρόντιζε την οικογένεια του άλλου... Είπε ότι σαν άντρας δεν είχε πολλά να προσφέρει παρά την αγάπη του για τα παιδιά του αδελφικού του φίλου... Γονάτισε μπροστά στον Αγησίλαο και του είπε ότι θα τον είχε σαν γιό του... Έτσι και αλλιώς ο Αγησίλαος με τον Βίαντα ήταν σαν αδέλφια και είχαν μεγαλώσει μαζί, ο ίδιος μόνο τον Βίαντα είχε κάνει, οπότε δεν θα υπήρχε πρόβλημα... Η Πολυξένη θα είχε την μητέρα της, αλλά ο Αγησίλαος τον Λεύκαρο...
Λίγες ώρες αργότερα ο Αγησίλαος κρατούσε την αιχμή της σπασμένης λόγχης του πατέρα του στα χέρια του και δάκρυζε, ενώ ο Βίαντας καθόταν δίπλα του. Είχαν πάει στους αγρούς, κάτω από τις ελιές κοντά στο ιερό της Αρτέμιδας. Ο Βίαντας του μίλησε τραχιά, όπως πάντα. "Δεν αξίζει πια να κλαις για αυτόν. Πέθανε. Δεν θα μάθει ότι έκλαψες και δεν πρόκειται να τον φέρεις πίσω. Οπότε απλά συνέχισε."
Άσχημες αναμνήσεις. Η φωτιά των στρατοπέδων ήταν ικανή να φέρει πολλές από δαύτες. Ο Βίαντας καθόταν δίπλα του και έτρωγε άτσαλα ένα κομμάτι κρέας. Σε λίγο δεν θα έμενε τίποτα από το αρνί στη φωτιά αφού πεινασμένοι οπλίτες συνέρρεαν από κάθε γωνιά του στρατοπέδου στις φωτιές για να φάνε κάτι. Η μάχη θα δινόταν την ίδια ημέρα, εκείνο το πρωινό. Ο Αγησίλαος έκοψε ένα μικρό κομμάτι κρέας και άρχισε να τρώει αργά. Δεν πολυπεινούσε και ένοιωθε το στομάχι του βαρύ από την αγωνία. Ο Βίαντας αντιθέτως, δεν καταλάβαινε. Μετά από μερικά λεπτά και αφού είχε φάει για τρεις οπλίτες σηκώθηκε όρθιος. Η στύση ήταν εμφανής. Χαμογελούσε αυτάρεσκα. "Και τώρα είμαι έτοιμος για γαμησάκι!" Περπάτησε μέχρι το σημείο έξω από το στρατόπεδο, κοιτώντας προς τους Πέρσες, στον ορίζοντα. Από όπου περνούσε οι στρατιώτες τον κοιτούσαν, άλλοι με ανοιχτό το στόμα, άλλοι μισογελώντας... Έφτασε εκεί που θα παρατασσόταν ο στρατός, στάθηκε προσοχή, άπλωσε τα χέρια του και κοίταξε προς τους Πέρσες...
"ΠΕΡΣΕΣ!!!! ΕΤΣΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ!!!"
Ένας πίδακας ούρων ξεπήδησε περήφανα από το ερεθισμένο πέος του Βίαντα και ο ίδιος τον κατηύθυνε πέρα - δώθε. Περιφρόνηση προς τον εχθρό. Άρεσε στους Σπαρτιάτες. Ο Καλλίνικος, που δεν πολυσυμπαθούσε τον Βίαντα για τους δικούς του λόγους, ρώτησε σιγανά τον Αγησίλαο αν ο Βίαντας σταματούσε μπροστά σε τίποτα. Ο Αγησίλαος του απάντησε πως ο Βίαντας κατά βάθος ήταν καλός άντρας. Λίγα άτομα τον γνώριζαν για αυτό που πραγματικά ήταν.
Σίγουρα ήταν άξεστος ως προς τους τρόπους του. Τις λίγες ημέρες που πήρε η πορεία από την Αθήνα έως τις Πλαταιές, ο Βίαντας είχε γίνει ο πόλος έλξης των Σπαρτιατών. Ήταν περίεργο για τους Σπαρτιάτες πως ένας Αθηναίος με καλή μόρφωση και μεγαλωμένος στην Αθηνα, την "πόλη των μορφονιών" όπως την αποκαλούσαν, μπορούσε να βρίσει τόσο χυδαία θεούς και ανθρώπους, να είναι τόσο βάρβαρος στους τρόπους και να μην κολλάει πουθενά. Οι ίδιοι οι Σπαρτιάτες περηφανεύονταν πως ήταν οι πιο θαραλλέοι σε όλα ανάμεσα στους Έλληνες και ίσως είχαν δίκιο, όμως ο Βίαντας είχε ένα θάρρος περίεργο. Ήταν είτε το θάρρος του ανθρώπου που ο εγκέφαλος του δεν δουλεύει σωστά και δεν αξιολογεί σωστά αυτά που κάνει, είτε το θάρρος του ανθρώπου που ακολουθεί μονάχα τα ένστικτά του. Είχε ήδη γνωστούς μεταξύ των Σπαρτιατών και έλεγαν χαζά ανέκδοτα για τους Πέρσες... "Πως αναγνωρίζεις τον γιο ενός Πέρση που πέθανε στο Μαραθώνα;", "Ο Μαραθώνας ήταν τρελό γαμήσι και πέρασε όπως περνάει από πατέρα σε γιό. Όταν στήσετε τους Πέρσες για γαμησάκι, προσέξτε τους κώλους τους. Αν είναι πειραγμένοι, ο πατέρας μου τους γάμησε τον πατέρα στο Μαραθώνα!" και διάφορα άλλα...
Ο Βίαντας είχε μεγαλώσει για να γίνει ένας νεαρός γεροδεμένος άντρας 22 ετών. Ήταν μεγαλύτερος του Αγησίλαου για μερικές εβδομάδες αλλά ήταν ανέκαθεν σαν αδέλφια. Τον Αγησίλαο δεν τον πείραζε ο χαρακτήρας του Βίαντα. Τον είχε πια συνηθίσει. Άλλους τους ενοχλούσε, όπως τον Καλλίνικο. Ο Καλλίνικος ήταν ένας νεαρός 20 ετών, υπερβολικά θρήσκος, ήταν η αλήθεια, που έπαιρνε τα πάντα πολύ σοβαρά, ειδικότερα τα περί θεών. Προ ημερών, στη διάρκεια της πορείας, ο Βίαντας είχε βλαστημήσει φωναχτά την Αφροδίτη και ο Καλλίνικος δεν του χαρίστηκε, αποκαλώντας τον με το κοροιδευτικό παρατσούκλι που του είχαν κολλήσει οι Αθηναίοι που γνώριζαν τον άξεστο χαρακτήρα του. Τον αποκάλεσε Προκρούστη. Κατά κάποιο τρόπο, ότι δεν ανήκε στην Αθήνα, αφού ο ιδρυτής της πόλης, ο Θησέας σκότωσε τον Προκρούστη, άρα και ό,τι αντιπροσώπευε αυτός, τους απολίτιστους τρόπους και συμπεριφορές. Ένας δάσκαλος του Βίαντα είχε πει κάποτε ότι ο Βίαντας διέθετε "προκρούστειο λόγο", δηλαδή όποιο πράγμα ήταν μικρό το τραβούσε για να μεγαλώσει και ότι ήταν μεγάλο το πετσόκοβε για να μικρύνει. Γνωρίζοντας όμως ότι ο Βίαντας δεν ενδιαφερόταν και ήταν ικανός να κάνει το "Προκρούστης" το νέο του όνομα, οι Αθηναίοι δεν του το είπαν ποτέ κατάμουτρα. Ο Αγησίλαος το είχε ακούσει τυχαία κάποτε, αλλά δεν έδωσε σημασία. Ο Καλλίνικος το είπε νομίζοντας ότι ο Βίαντας θα προσβαλλόταν. Αντιθέτως γέλασε σαν τρελός και χάρηκε... "Ακούτε; Τώρα έχω και μυθική υπόσταση!" είπε στους Σπαρτιάτες... Και αυτό πείραξε τον Καλλίνικο περισσότερο.
Ήταν σπάνιο ο Βίαντας να είναι σοβαρός και μετρημένος. Έλεγε πάντα αυτό που σκεφτόταν, χωρίς να υπολογίζει αντιδράσεις. Κοιτάζοντας τον να ουρεί προς το στρατόπεδο των Περσών, ο Αγησίλαος δεν έβλεπε τίποτα που να τον έκανε να μοιάζει με τον νεαρό εκείνη την ημέρα, στην παλαίστρα...
Ήταν την εποχή που ήταν και οι δύο δεκαεφτά, πέντε χρόνια πριν. Ο Βίαντας είχε πάει με σιωπηλή διάθεση στην παλαίστρα που προπονούνταν στην πάλη σώμα με σώμα και ζήτησε από τον Αγησίλαο να του μιλήσει. Ό Αγησίλαος δεν του έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Ο Βίαντας το ζήτησε τέσσερις φορές, ακόμα και ενώ πάλευαν, ο Αγησίλαος τον αγνοούσε προσπαθώντας να βρει τρόπο να τον ρίξει κάτω. Κάποια στιγμή, ο Βίαντας τον έπιασε από το λαιμό με το αριστερό χέρι, τον σήκωσε με το δεξί και τον έριξε με την πλάτη στο έδαφος... Ο Αγησίλαος δεν κατάλαβε πόσο γρήγορα έγιναν όλα αυτά, μόνο ένα πιάσιμο στο λαιμό και μετά την πλάτη του να χτυπάει στο χώμα. Ο Βίαντας στάθηκε από πάνω του. "ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ!" φώναξε άγρια. Οι υπόλοιποι στις διπλανές παλαίστρες γύρισαν και τους κοίταξαν για λίγο. Ο Αγησίλαος τον ρώτησε ήρεμα τι ήθελε, αφού είχε πια καταλάβει πως ήταν σοβαρό. Ο Βίαντας έσκυψε από πάνω του, τον κοίταξε στα μάτια και είπε βραχνά τρεις λέξεις. "Την αδελφή σου..." Έπειτα πήγε ένα μέτρο πιο πέρα και έκατσε στο χώμα της παλαίστρας. Ο Αγησίλαος έκατσε και αυτός εκεί που είχε πέσει και τον κοίταξε. Ο Βίαντας είχε μαζευτεί σαν ένα πληγωμένο παιδί, που του είχαν πάρει τα παιχνίδια του και προσπαθούσε να βρει τρόπο να απασχοληθεί. Έξυνε την βρωμιά από το σώμα του, έτριβε τα χέρια του, έξυνε τα γένια του, ρουφούσε τη μύτη του. Ντρεπόταν. Η πρώτη φορά που ο Αγησίλαος τον είχε δει να ντρέπεται. "Θες να της μιλήσω;" τον ρώτησε. Ο Βίαντας τον κοίταξε, ο πόνος ήταν εμφανής στα μάτια του. "Αν γίνεται..." είπε κομπιάζοντας. Έλεγε την αλήθεια. Ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπε έτσι ο Αγησίλαος, ήταν ξεκάθαρο πως ήταν ερωτευμένος, η ντροπή ήταν κάτι άγνωστο για αυτόν και αυτός ήταν ένας άλλος Βίαντας, πιο ευαίσθητος... Ο Αγησίλαος είχε γυρίσει σπίτι του μουδιασμένος. Η Πολυξένη καθόταν στον κήπο του σπιτιού. Της εξήγησε μέσα σε δύο λεπτά τα πάντα, με κάθε λεπτομέρεια. Η ίδια τον κοιτούσε ερευνητικά όσο μιλούσε. Αφού τελείωσε, χαμογέλασε και τον φίλησε στο μάγουλο. "Σε ευχαριστώ αδελφούλη. Θα πάω να τον βρω εγώ." Ο Αγησίλαος έμεινε να αναρωτιέται τι θα γινόταν, ενώ την έβλεπε να φεύγει. Την επόμενη ημέρα τους είδε να περπατούν μαζί σε ένα κεντρικό δρόμο της Αθήνας, χαμογελαστούς.
Ο Βίαντας γύρισε κοντά στη φωτιά χαρούμενος. "Αν αντί για κάτουρο είχα σπέρμα και οι Πέρσες ήταν Περσίδες, θα είχα σπείρει μερικές δεκάδες μπασταρδάκια ως τώρα!" Ο Καλλίνικος δεν κρατήθηκε. "Είσαι χυδαίος!" Ο Βίαντας τον κοίταξε παραξενευμένος. "Μπα... Μίλησε και ο θεούσος... Καμιά θεά από αυτές στις οποίες προσεύχεσαι κατέβηκε να σου πάρει την παρθενιά ή ακόμα αγάμητος είσαι;" Ο Αγησίλαος είπε κοφτά στον Βίαντα να σταματήσει και αυτός κατάλαβε, υπάκουσε. Ο Καλλίνικος προσπαθούσε να συγκρατήσει την οργή του. "Κοροιδεύεις τους θεούς... Γιατί το κάνεις αυτό; Δεν υπάρχουν; Δεν τους βλέπεις;", "Όχι. Δεν τους βλέπω...", "Και όμως... Ήταν στο Μαραθώνα, δεν άκουσες για τον Πάνα, για τον Ήλιο, τον Απόλλωνα, τον Άρη και την Αθηνά; Στις Θερμοπύλες ο ίδιος ο Υψιβρόντης τη δεύτερη ημέρα έριξε τον κεραυνό του στο Καλλίδρομο και τρόμαξε τους Πέρσες, αλλιώς ο Λεωνίδας δεν θα άντεχε τόσο πολύ. Στην Σαλαμίνα σηκώθηκε νέφος πολύ, έκαναν φασαρία και οι Πέρσες τρόμαξαν...", "Ωραία... Πίστευε λοιπόν εσύ ότι θα έρθει και σήμερα ο Δίας να μας βοηθήσει. Εγώ νομίζω ότι αν έρθει, θα μας κατουρήσει μονάχα. Μόνοι μας θα πάρουμε την νίκη, δεν θα μας την δώσει κανένας θεός ούτε κάποιος νεκρός ήρωας της κακιάς ώρας.", "Το να αποκαλείς τον Μαραθώνα, τον Θησέα, τον Εχετλαίο, τον Ηρακλή τον Κυναίγειρο και τόσους άλλους, ήρωες της κακιάς ώρας, δεν σε τιμά.", "Αν περιμένουμε από έναν χαζό αγρότη με ένα γαμημένο αλέτρι που τυχαία βρέθηκε στο Μαραθώνα να έρθει εδώ σήμερα, είμαστε χαμένοι! Όσο για τον Κυναίγειρο, ο ίδιος ο πατέρας μου, μου είπε πως τον είδε να πεθαίνει στην παραλία με κομμένο το χέρι και πως όντως έκανε ό,τι λέγεται πως έκανε. Ο Αισχύλος, ο αδελφός του που ήταν μαζί την ώρα του θανάτου του τα περιέγραψε ακριβώς όπως ο πατέρας μου, τον ακούσαμε κάποτε με τον Αγησίλαο να τα λέει έξω από το θέατρο. Αλλά οι άλλοι απλά δεν ήταν εκεί." Ο Καλλίνικος θύμωσε, σηκώθηκε και έφυγε... Ο Βίαντας γύρισε στον Αγησίλαο. "Πόσοι μαλάκες υπάρχουν σε αυτό το στρατόπεδο;"
Ο Αγησίλαος όμως ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του. Είχε ακούσει και συζητήσει τόσες φορές με πολλούς για τα τρομερά που συνέβησαν στον Μαραθώνα που δεν παρακολούθησε την συζήτηση. Αντιθέτως κοιτούσε ένα κομμάτι λευκό ύφασμα, σαν κορδέλα, που είχε δέσει στον αριστερό του καρπό... Ο Βίαντας τον πρόσεξε. "Της Ιοκάστης;" Ο Αγησίλαος έγνεψε καταφατικά...
Την είχε ερωτευτεί κεραυνοβόλα την ημέρα των Παναθηναίων, προ τριετίας. Ένοιωθε πως την γνώριζε, από την πρώτη στιγμή που την είχε δει, ένα περίεργο συναίσθημα. ήταν λίγο κοντύτερη από αυτόν και δυόμιση χρόνια μεγαλύτερη σε ηλικία, αλλά δεν τον πείραζε αυτό. Το χαμόγελο της, το πανέμορφο πρόσωπό της και τα μαλλιά στο χρώμα της φωτιάς τον έκαναν να την σκέφτεται συνέχεια. Είχε προσπαθήσει να της μιλήσει την ίδια ημέρα στη γιορτή. Τον απέκρουσε ευγενικά, αλλά αυτός ήταν επίμονος. Ο Βίαντας μαζί με τον οποίο ήταν στη γιορτή κοιτούσε τον Αγησίλαο ερευνητικά και χαμογελούσε χαιρέκακα, ενώ έτρωγε ένα μήλο. "Ακολούθησε την όταν φύγει, τώρα ντρέπεται επειδή είναι με φίλες της." Καιροφυλαχτώντας, ο Αγησίλαος την ακολούθησε στα σοκάκια της Αθήνας αλλά την έχασε, σίγουρα ήταν πανέξυπνη... Είχε γυρίσει απογοητευμένος εκεί που ο Βίαντας έτρωγε τις τελευταίες μπουκιές του μήλου... "Την έχασες ε;" Ο Αγησίλαος είχε νεύσει καταφατικά, με ένα μορφασμό. "Θα την ξαναβρεις."
Είχε κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι από τότε. Θυμήθηκε την τελευταία φορά που ήταν μαζί, τρεις ημέρες πριν. Την επομενη θα έφευγε για τις Πλαταιές. Είχαν κανονίσει να συναντηθούν σε ένα συγκεκριμένο ελαιώνα έξω από τα τείχη της πόλης λίγο πριν τη δύση του ήλιου. Θα περίμενε κανείς ότι τα μέρη έξω από την πόλη, μια μέρα πριν την αναχώρηση θα ήταν γεμάτα ερωτευμένους, αλλά το ακριβώς αντίθετο... Ο Αγησίλαος είχε παραξενευτεί αλλά δεν τον πείραξε, χάρηκε...
Ενώ περπατούσαν τον σταμάτησε και του έδωσε το ύφασμα. Του το έδεσε στο αριστερό χέρι. "Για να μην λερώνεται... Θα το προστατεύει η ασπίδα." Εκείνος είχε χαμογελάσει, του άρεσε σαν κίνηση... Ήταν μάλλον χαζό να της ζητήσει να μην ανησυχεί αλλά το έκανε. Αυτή τον κοίταξε σαν να ήταν όντως χαζός... "Στον πόλεμο πας, όχι διακοπές στις Πλαταιές...", "Ε, εντάξει... Νέα είσαι, όμορφη είσαι, θα βρεις κάποιον άλλο αν πάθω τίποτα, μην στενοχωριέσαι τόσο..." Τον αγκάλιασε τρυφερά. "Καλά... Κορόιδευε εσύ..." Αυτός την έσφιξε και της φίλησε το κεφάλι στοργικά...
Κάθισαν κάτω από μια ελιά, ενώ η σιωπή βασίλευε. Και τότε αυτή την έσπασε. "Θυμάσαι πως προσπάθησες να με πλησιάσεις; Έκανες τόσα αστεία πράγματα.", "Ναι... Το πρώτο βράδυ ξέφυγες.", "Τι να έκανα όταν ένας τύπος που δεν ήξερα με πήρε στο κατόπι μέσα στη νύχτα; Αλλά το καλύτερο ήταν με τον Όμηρο..." Ο Αγησίλαος γέλασε δυνατά. Το είχε ξεχάσει πια. Με τον Βίαντα παρέα είχε βρει από που περνούσε η Ιοκάστη και ποιές ώρες της ημέρας. Κατά το μεσημέρι, συνήθως περνούσε κάτω από μια γέφυρα σε ένα συγκεκριμένο σημείο, γυρνώντας στο σπίτι της μαζί με φίλες της. Μια εβδομάδα αφότου την είχε δει για πρώτη φορά, στα Παναθήναια, είχε κάτσει και είχε συνθέσει ένα ποίημα με στίχους από την Ιλιάδα που μιλούσαν για την ομορφιά της Ελένης, αλλά με το όνομα της Ιοκάστης... Ο ίδιος είχε κάτσει πάνω στη γέφυρα με τον Βίαντα και μόλις την είδε να περνάει από κάτω, ξεκίνησε να απαγγέλλει. Αυτή τον είχε κοιτάξει με τα γκρι μάτια της γουρλωμένα από έκπληξη. Συνέχισε να απαγγέλλει μέχρι που ένας γέροντας που είχε προσέξει την όλη σκηνή φώναξε στον Αγησίλαο να σταματήσει να κλέβει τον Όμηρο τόσο ξεδιάντροπα. Ο Αγησίλαος ξαφνιάστηκε, και κοίταξε τον χέροντα, έχοντας τα χαμένα. Ο Βίαντας αν και κρατιόταν τόση ώρα, δεν μπορούσε άλλο. Το γέλιο του ακούστηκε σίγουρα σε όλη την Αθήνα. Ο Αγησίλαος γύρισε και τον κοίταξε παράξενα, ενώ ο Βίαντας κρατούσε την κοιλιά του από τα γέλια. Όταν ξανακοίταξε εκεί που ήταν νωρίτερα η Ιοκάστη, αυτή είχε εξαφανιστεί.
Μια εβδομάδα αργότερα ο Βίαντας πήγε και τον βρήκε, νωρίς το μεσημέρι. Του είπε απλά "Έλα." και τον οδήγησε σε ένα σημείο που είχε να πάει χρόνια, που δεν τους έβγαζε ο δρόμος. Η Ιοκάστη ήταν εκεί και τον περίμενε. Ο Αγησίλαος τα έχασε. "Ε...", "Εμένα μην με ευχαριστείς... Θα είναι αρκετό αν δεν τα κάνεις θάλασσα. Την Πολυξένη να ευχαριστήσεις. Άντε, καλό κουράγιο." Τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη και έφυγε. Αυτός προχώρησε προς την Ιοκάστη με βαρύ βήμα. Δεν ήξερε τι να πει. Αυτή μίλησε πρώτη. "Νομίζω πως είσαι καλό παιδί αλλά άγαρμπος. Λέω να σου δώσω μια ευκαιρία." Ο Αγησίλαος δεν μπορούσε να μιλήσει... "Είσαι δειλός τελικά ε;... Με απογοητεύεις. Νόμιζα ότι τώρα που με έχεις μπροστά σου με σάρκα και οστά θα μιλούσες ευκολότερα..." Δεν θυμόταν τίποτα άλλο από την συγκεκριμένη ημέρα, παρά το ότι μιλήσανε μέχρι το ηλιοβασίλεμα, μέχρι που ο ορίζοντας είχε πάρει το χρώμα των μαλλιών της...
Η συζήτηση αυτή δεν του άρεσε αν και έπρεπε να γίνει. Μια ημέρα πριν τον πόλεμο, ένας τελευταίος αποχαιρετισμός, μια τελευταία ενθύμηση, μια τελευταία ένωση αναμεμειγμένη με αίμα και δάκρυα... Η ανάσα της ήταν βαριά από τον πόθο και ήταν έτοιμος να την πληγώσει για μια τελευταία φορά... Τα λόγια βγήκαν βραχνά και κομπιάζοντας... "Ακόμα και αν χαθώ... Θα έχεις κάτι για να με θυμάσαι..." Η Ιοκάστη τον κοίταξε σαν να έβλεπε κάποιον τρελό που δεν είχε ξαναδει, ίσως το τέλος του κόσμου... Τον χαστούκισε και τον αγκάλιασε ακόμα πιο δυνατά κλαίγοντας γοερά... Ο Αγησίλαος την έσφιξε και αναρωτήθηκε πόσο κακοί ήταν οι θεοί τελικά, πως αφήνουν τις λέξεις να πέφτουν σαν βέλη πάνω στις καρδιές...
Γύρισαν σπίτι τους χωρίς να πούνε λέξη. Το επόμενο πρωί η Ιοκάστη ήταν μπροστά από το σπίτι του, αν και δεν περίμενε να την δει. Δεν του είπε κουβέντα. Ένα τελευταίο φιλί, μια τελευταία αγκαλιά, ο πόνος στα μάτια της ήταν εμφανής. Ο Βίαντας αποχαιρέτησε την Πολυξένη σοβαρός. Η Κλειώ, η μητέρα του Αγησίλαου πήρε τον λόγο και μίλησε και στους δύο, η μητέρα του Βίαντα η Ηλέκτρα δεν είπε κουβέντα εκείνη τη μέρα και ο Λεύκαρος είχε πεθάνει δύο χρόνια πριν από μια άσχημη μόλυνση στο δεξί μάτι. "Οι Σπαρτιάτισσες λένε στους γιούς τους να γυρίσουν με την ασπίδα τους στον ώμο ή νεκροί. Εμείς όμως δεν είμαστε Σπαρτιάτισσες. Γυρίστε σώοι και ζωντανοί και ας πάνε οι ασπίδες στα καταραμένα τα Τάρταρα."
Φεύγοντας ο Αγησίλαος συλλογιζόταν την Ιοκάστη και τα ματωμένα δάκρυα που θα έχυνε... Αν δεν έχυσε ό,τι δάκρυα της είxαν απομείνει το προηγούμενο βράδυ... Ο Βίαντας στον κόσμο του. "Γυναίκες... Όλο κλαίνε...", "Δεν μπορείς να της κατηγορήσεις...", "Μάλλον όχι, αλλά εγώ χαίρομαι και θα έπρεπε να χαίρονται και αυτές για εμάς. Πάμε για γαμησάκι! Εύχομαι να έχουν και οι Πέρσες στενά κωλαράκια..." Ο Βίαντας προπορευόταν αλλιώς θα καταλάβαινε τι είχε πει αν είχε κοιτάξει τον Αγησίλαο. Το σαγόνι του Αγησίλαου είχε πέσει στο χώμα... Το -και- υποδήλωνε πως η αδελφή του... Έδιωξε αμέσως την σκέψη και πήγε νοητά κάπου αλλού, στο πεδίο της μάχης...
Η φωτιά τριζοβολούσε και σιγά - σιγά οι στρατιώτες ετοιμάζονταν. Ο Αγησίλαος σηκώθηκε και τότε τον είδε. Ο Παυσανίας, ντυμένος με τον φαικόκκινο σπαρτιατικό χιτώνα κατευθυνόταν προς το μέρος τους. Τον είχε δει κάνα δυό φορές αλλά ήταν πάντα πλαισιωμένος από Σπαρτιάτες αξιωματικούς που δεν τον άφηναν σε ησυχία. Ο Βίαντας σηκώθηκε σε στάση προσοχής μόλις είδε τον Σπαρτιάτη στρατηγό δίπλα του. Ο Παυσανίας τον κοίταξε προσεκτικά. "Εσύ είσαι που βρίζεις σαν Σπαρτιάτης;", "Μάλιστα, κύριε...", "Άσε τα τυπικά. Όλοι για εσένα και τη γλώσσα σου λένε στο στρατόπεδο. Ήρθα να σε γνωρίσω από κοντά, αφού ο Άρης μπορεί να μας πάρει όλους υπηρέτες του μέσα στην ημέρα. Έμαθα πως σε λένε Βίαντα, και είσαι γιος του Λεύκαρου. Γιατί πολεμάς; Την αλήθεια θέλω.", "Τους κόψαμε τα αρχίδια στην Σαλαμίνα. Έμεινε το πουλί. Τους ευνουχίζουμε σήμερα και τους στέλνουμε από εκεί που ήρθαν. Είμαι σίγουρος πως θα νικήσουμε... Για να χύσω το αίμα τους πολεμάω." Ο Παυσανίας χάρηκε με την ευθύτητα της απάντησης του Βίαντα και κοίταξε χαμογελαστός τον Αγησίλαο.
"Εσένα πως σε λένε; Και γιατί πολεμάς;", "Αγησίλαος Θερσίππου... Και πολεμώ για πολλά... Για την γυναίκα που αγαπώ και αυτό που κουβαλάει μέσα της..." Ο Βίαντας γύρισε αμέσως και κοίταξε τον Αγησίλαο παραξενεμένος, έπειτα χαμήλωσε το βλέμμα σκεφτικός... "Πολεμάω επίσης για την αδελφή μου και τη μητέρα μου και την μητέρα του φίλου μου και τους συμπατριώτες μου και την πόλη μου. Και για την Γη αυτή που μας γέννησε όλους. Και για την ελευθερία."
Ο Παυσανίας κοιτούσε ευχαριστημένος. "Κάτι τέτοια παλικάρια πέθαναν πέρισυ με τον Λεωνίδα. Χαίρομαι να βλέπω την ίδια αρετή που επέδειξαν οι Σπαρτιάτες και οι υπόλοιποι Θερμοπυλομάχοι και σε άλλους Έλληνες. Ετοιμαστείτε για μάχη. Σε λίγο ξεκινάμε."
Στοιχήθηκαν στις θέσεις τους σιωπηλοί. Ο Βίαντας στα αριστερά του Αγησίλαου. Λίγο πριν το τέλος. Λίγο πριν κατεβάσουν τις περικεφαλαίες και χαθούν. Ο Βίαντας είχε ξαναπάρει ένα σοβαρό ύφος. Γύρισε και κοίταξε τον Αγησίλαο. "Πρόσεξα αυτό που είπες στον στρατηγό νωρίτερα...", "Ο Αγησίλαος ένευσε θετικά. "Θέλω να σου πω κάτι. Δεν είναι μόνο η Ιοκάστη έγκυος... Μάλλον και η Πολυξένη..." Ο Αγησίλαος έμεινε κάγκελο. "Βλέπεις λοιπόν... Ας μην καταντήσουμε σαν τους πατεράδες μας. Ας δώσουμε έναν όρκο σαν και αυτούς, αλλά όχι τον ίδιο με αυτούς. Δώσε μου τον όρκο σου πως θα πολεμήσουμε, θα ζήσουμε και σε είκοσι χρόνια από τώρα θα λέμε στα παιδιά μας για αυτή τη μάχη." Ο Αγησίλαος ψέλλισε απλά "Εντάξει..." Ο Βίαντας χαμογέλασε... "Και κάτι άλλο..." Γύρισε στον Καλλίνικο, δύο σειρές πιο πίσω στα αριστερά του και τον φώναξε. Ο Καλλίνικος τον κοίταξε παραξενεμένος...
Ο Βίαντας το είπε. "Ζευ μεθ' υμών, αδελφέ." Ο Καλλίνικος χαμογέλασε, πλατιά, αληθινά. "Μεθ' υμών, φίλε μου..."
Ο Παυσανίας προχώρησε μπροστά από το στράτευμα. Ο ιερέας έκοψε το λαιμό του κόκκορα. Ο Παυσανίας κοίταξε βόρεια, προς την πλευρά του Ολύμπου, εκεί που ο Ζευ πάντα κυβερνά.
"Ζευ, Σωτήρ, Νίκη!" φώναξε με καθαρή φωνή.
Ο Βίαντας δεν κρατιόταν...
"ΚΑΙ ΚΑΛΟ ΓΑΜΗΣΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ!!!!!"
Μερικά σκόρπια γέλια από την πλευρά που βρίσκονταν οι Σπαρτιάτες ακούστηκαν... Ο Παυσανίας γύρισε και κοίταξε χαμογελαστός το στράτευμα. Πραγματικά περίεργο πως μπορεί η σιωπή να κυβερνά ανάμεσα σε χιλιάδες άντρες... "Και αυτό... Και καλό γαμήσι φυσικά! Να αφήσετε τον Μαρδόνιο για τον Βίαντα!" είπε γελώντας. Τα γέλια των οπλιτών εξάγνισαν τον φόβο. Οι περικεφαλαίες έκρυψαν οτιδήποτε ανθρώπινο είχαν τα πρόσωπα τους, μαύρες κενές κόγχες πίσω από σιδερένια κορινθιακά κράνη...
Ο Αγησίλαος τρέχοντας προς τον εχθρό κοίταξε μια τελευταία φορά πριν τη μάχη τον Βίαντα που έτρεχε στα αριστερά του. Ο ίδιος του ένευσε και συνέχισε τρέχοντας στον δρόμο του. Μια τελευταία ματιά στο λευκό κομμάτι ύφασμα στο αριστερό χέρι, μια τελευταία σκέψη για τους αγαπημένους... Και μετά μόνο αίμα και ατσάλι για τον εχθρό...