PDA

View Full Version : Ετυμολογική Προσέγγιση Μακεδονικών Ονομάτων


akritas
05-29-2007, 11:26 AM
Α


Ι. Αβρέας. Ήταν αξιωματικός του στρατού Του Μ. Αλεξάνδρου. Πολεμώντας γενναία στο πλευρό του Μ. Αλεξάνδρου σκοτώθηκε μέσα στα τείχη των Μαλλών Ινδών, κατά τον Αρριανό (Αλεξάνδρου Ανάβαση, Στ·, 10).
ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Άβρων. Ήταν γιος του Βουσέλου και καταγόταν από το δήμο Οίον της Αττικής. Είχε τέσσερες αδελφούς, τον Αγνία, τον Ευβουλίδη, τον Στρατίο και τον Κλεόκριτο, κατά τον Δημοσθένη (Λόγος προς Μακάρτατον 19).
ΙΙΙ. Ετυμολ. Από τη ρίζα Του επιθέτου οβρ-ός (= ευγενής) + -εας Το επίθημα και με ψίλωση της λέξης σύμφωνα με την αιολική διάλεκτο, κλάδος της οποίας είναι και η μακεδονική διάλεκτο
> Αβρέας Κυρ. ον. με την Ιδια σημασία του επιθέτου.


Ι. Αγαθάνωρ. Ήταν γιος του Θρασυκλέους και πιθανόν αδελφός του Θράσωνος. Ο Αγαθάνωρ υπήρξε ιερέας του Ασκληπιού επί πέντε χρόνια. Ήταν η καταγωγή τους από τη Βέροια, πόλη της Μακεδονίας, όπως αυτό μαρτυρείται από επιγραφή που βρέθηκε στη Βέροια και έζησαν στο δεύτερο μισό του 3ου αι. π.Χ., σύμφωνα με την αριθμ. 16 επιγρ. (σελ. 119- 120) του βιβλ. “Επιγραφές κάτω Μακεδονίας τεύχ. Α, Επιγρ. Βέροιας εκδ. 1998”.
ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Αγαθήνωρ. Ήταν πατέρας του φιλοσόφου Ξενοκράτη και καταγόταν από τη Χαλκηδόνα, αποικία Ελληνική των Μεγαρέων στην Προποντίδα απέναντι από την Κωνσταντινούπολη, που έκτισαν τον 7ο αι. π.Χ. 0 Ξενοκράτης υπήρξε μαθητής του Πλάτωνα, κατά τον Διογ. Λαέρτιο (βιβ. 4, Κεφ. 6).
ΙΙΙ. Ετυμολ. Από τη ρίζα αγαθ-ός (= καλός, ενάρετος, έξοχος) και το ουσ. ανήρ, το οποίο κατά τη σύνθεση ως β’ συνθετικό τρέπεται σε ανωρ· έτσι αγαθ- + ανωρ> Αγα-θάνωρ κυρ. ον ( αυτός που είναι ενάρετος, καλός, έξοχος άνδρας).


Ι. Αγαθόκλεια. Ήταν σύζυγος του Πτολεμαίου Γ’, του Ευεργέτη, βασιλιά της Αιγύπτου και μητέρα του επίσης βασιλιά της Αιγύπτου Πτολεμαίου Δ· του Φιλοπάτορα. Έζησε τον 3ο αι. π.Χ. (Στράβων ΙΖ· κεφ. 11, α 795).
ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Αγαθοκλής. Καταγόταν από τις Συρακούσες, οι οποίες ήταν η μεγαλύτερη από τις αρχαίες ελληνικές αποικίες της κάτω Ιταλίας.
0 Αγαθοκλής έγινε τύραννος των Συρακουσών το 317 π.Χ. και διέπραξε πολλά εγκλήματα (Πολυαιν. 5, 3).
ΙΙΙ. Ετυμολ. Από το Θέμα του επιθέτου αγαθό-ς (= καλός, ενάρετος, έξοχος) + το Θέμα κλεεσ- του ουσ. κλέος (= δόξα) > Αγαθοκλεεσ- + ια και με αποβολή του σ και συναίρεση των φωνηέντων εει = ει Αναθόκλεια κυρ. ον. (= αυτή που έχει έξοχη δόξα, φήμη).


Ι. Αγαθοκλής. Ήταν πατέρας του Αλκιμάχου, στρατηγού του Μ. Αλεξάνδρου (ιδές Αλκίμαχος).
ΙΙ. Άλλα Πρόσωπα Ελλήνων: 1) Αγαθοκλής. Ήταν Αθηναίος και το έτος 357 π.Χ. έγινε επώνυμος άρχων των Αθηνών (Διόδ. Σικελιώτης ΙΣτ’ 9).
ΙΙΙ. Ετυμολ. Από το Θέμα του επιθέτου αγαθ-ός (= καλός, ενάρετος, έξοχος) + το Θέμα κλεεσ- του ουσ. το κλέος ( δόξα, φήμη). Ακολουθεί έκταση του -ε σε -η > Αγαθοκλέης κατόπιν γίνεται συναίρεση των ε + η = η > Αγαθοκλής κύρ. ον. ( αυτός που έχει έξοχη δόξα).


Ι. Αγάθων. Ηταν γιος του Τυρίμμα. Στη μάχη των Γαυγαμήλων με τους Πέρσες του Δαρείου ο Αγάθων διοικούσε το ιππικό των Οδρυσών Θρακών (Αρρ. “Αναβ. Αλεξ. Γ’ 12, 4). Κατά τον Διόδωρο Σικελιώτη (βιβ. 17, 64, 5) καταγόταν από την Πύδνα της Μακεδονίας και μετά την κατάληψη της Βαβυλώνας ο Μ. Αλέξανδρος ανέθεσε στον Αγάθωνα τη φύλαξη της ακροπόλεως της Βαβυλώνας με επτακόσιους Μακεδόνες στρατιώτες.
ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Αγάθων. Ήταν Αθηναίος. Τον αναφέρει στο διάλογο “Πρωταγόρας” (κεφ. 7) ο Πλάτων ότι παρακολουθεί μαθήματα του μεγάλου σοφιστή Πρωταγόρα.
ΙΙΙ. Ετυμολ. Από το θέμα του ουσιαστικού τα αγαθά (= τα πλούτη) +-ων καταλ. μεγεθυντική και με ανέβασμα του τόνου > Αγάθων Κυρ. ον. ( αυτός που έχει μεγάλα πλούτη).


Ι. Αγακλής. Ήταν γιος του Σιμμίχου και καταγόταν από την Πέλλα της Μακεδονίας. Είναι γνωστός από ένα ψήφισμα των Αιτωλών, το οποίο ψηφίστηκε επί στρατηγίας του Αιτωλού Νεοπτολέμου. Μ αυτό οι Αιτωλοί έδωσαν προξενία και πολιτεία σε 140 Έλληνες, μεταξύ των οποίων καταγράφεται και ο Αγακλής του Σιμμίχου.
ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Αγακλής. Υπήρξε βασιλιάς μεγαλόψυχος και γενναίος στο Βούδειο της Φθίας. Ήταν πατέρας του Ομηρικού ήρωα Επειγέως. Ο Επειγεύς ήταν φίλος του Πατρόκλου και ένας από τους Μυρμιδόνες του Αχιλλέως (Ομήρου Ιλιάς Π 571).
ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το επίθετο αγακλεής ( πολύ ένδοξος) με συναίρεση των φωνηέντων ε + η = η > Αγακλής κυρ. ον. με την ίδια σημασία του επιθέτου.


Ι. Αγασικλής. Ήταν γιος του Μέντορος και καταγόταν από το Δίο της Μακεδονίας. Είναι γνωστός από επιγραφή σε μαρμάρινη στήλη, που βρέθηκε στη Λάρισα και είναι ψήφισμα του κοινού των Λαρισαίων, με το οποίο έδωσαν στον Αγασικλή προξενίαν, διότι έγινε ευεργέτης της πόλεως (Αρχαιολ. Εφημ. 1910, Αρχ. Εταιρ. Ασ. Θεσσαλ. Επιγρ. Α. Αρβανιτοπούλου, σελ. 342).
ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Αγασικλής. Ήταν γιος του Αγασικλέους και καταγόταν από το δήμο του Αλαιέως της Αττικής. Είναι γνωστός από μια επιγραφή του 289/8 π.Χ., στην οποία αναγράφεται ο Αγασικλής ως μισθωτής έργου, που έχει αναλάβει επί άρχοντος Διοτίμου στην Ελευσίνια Στοά
ΙΙΙ. Ετυμολ. Πρώτο συνθ. αγασ- (Θέμα Μέλλο. του άγαμαι = θαυμάζω), το οποίο μετασχηματίζεται σε αγασι- και δεύτερο συνθ. το Θέμα κλεεσ -> κλεησ- του ουσ. κλέος ( δόξα, φήμη)> Αγασικλέης και συναίρεση των ε + η > Αγασικλής κυρ. ον. (= αυτός που πρόκειται να γίνει Θαυμαστός για τη δόξα).


Ι. Αγγάρεος. Ήταν γιος του Δάλωνος και καταγόταν από την αρχαία Αμφίπολη της Μακεδονίας. Έζησε το πρώτο μισό του 2ου αι. π.Χ. και είναι γνωστός από μια επιγραφή - αφιέρωση του Αγγάρεου στις Αιγυπτιακές Θεότητες Σάραπη και Ισιδα. Η επιγραφή βρέθηκε στην Αμφίπολη.
11. Άλλα Πρόσωπα Ελλήνων: 1) Ανγάρης. Ήταν ο πιο φημισμένος τραγουδιστής. Καλεσμένος τραγουδούσε συνηθισμένα τραγούδια. Ζούσε στην Περσία του 6ου αι. π.Χ. Τραγούδησε κάποτε ένα αινιγματικό τραγούδι, με το οποίο προέβλεπε ότι ο Κύρος Θα πάρει την εξουσία από το βασιλιά των Μήδων τον Αστυάγη (Αθήναιου Δειπνοσοφ. 633 ά-α).
ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το Θέμα αγγαρε- του ουσ. αγγαρεία ( αγγελία, είδηση). Θέμα:
αγγαρε- + -Ος καταλ. > Ανγάβεος Κυρ. ον. (= αυτός που έχει σχέση με τις ειδήσεις, αγγελίες, δηλαδή ο αγγελιοφόρος).



B



Ι. Βακχύλος. Καταγόταν από τη Βέροια της Μακεδονίας και έζησε στα μέσα του 3 αι. Π.Χ.
Είναι γνωστός από μια επιγραφή, που βρέθηκε στη Βέροια. Η επιγραφή είναι ένα απελευθερωτικό συμβόλαιο μεταξύ του Βεροιαίου Αττίνα, γιου του Αλκέτου και των δούλων του, τους οποίους απελευθερώνει με όρους ρητούς. Ο Βακχύλος μαζί με τον Άγιππο είναι οι μάρτυρες αυτής της συμβολαιογραφικής Πράξης, σύμφωνα με τον Μ. Ανδρόνικο (Αρχαίες Επιγραφές Βέροιας 1950).
ΙΙ. Άλλα Πρόσωπα Ελλήνων: 1) Βάκχις. Ήταν γιος του Προύμνιδος. 0 Βάκχις υπήρξε αρχαιότατος βασιλιάς της Κορίνθου. Οι απόγονοί του που βασίλευαν στην Κόρινθο ονομάσθηκαν Βακχίδαι και βασίλευσαν πέντε γενεές, μέχρις ότου εκτόπισε από την εξουσία τους Βακχίδες ο Κύψελος, που έγινε τύραννος της Κορίνθου, κατά τον Παυσανία (Κορινθιακά2, 4, 4).
ΙΙΙ. Ετυμολ. Από το Θέμα του κυρ. ονομ. Βάκχ-ος (όνομα του Θεού της αμπέλου Διόνυσου) +-υλος υποκοριστική καταλ. Βακγύλος κυρ. ον. (= ο μικρός Βάκχος).


Ι. Βάλακρος. Ήταν γιος του Νικάνορας και υπήρξε βασιλικός σωματοφύλακας του Μ. Αλεξάνδρου κατά την εκστρατεία στην Ασία. Το 333 π.Χ. διορίστηκε διοικητής της Κιλικίας, κατά τον Αρριανό (Αναβ. Αλεξ. Β 12). ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Βάλακρος. Ήταν γιος του Ευφρονίου και καταγόταν από την Αθήνα. Έζησε στις αρχές του 3’ αι. π.Χ., κατά μια επιγραφή.
ΙΙΙ. Ετυμολ. Από το επίθετο της Μακεδονικής διαλέκτου βαλακρός (= φαλακρός) με ανέβασμα του τόνου ) Βάλακρος κυρ. ον. Είναι πιθανόν ότι η προσωνυμία δόθηκε περιπαικτικά από το φαλακρό της κεφαλής του και εν συνεχεία παρέμεινε ως Κύριο όνομά του.


Ι. Βάλας. Καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη και έζησε κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους. Είναι γνωστό το όνομά του από επιγραφή, που βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου καταγράφονται και τα Μακεδονικά ονόματα προσώπων: Κερτίμμας, Θεσσαλονίκη, Πωλάρων, Εύνους (Πρακτικά Συμποσ. 40 ετηρίδας Εταιρ. Μακεδ. Σπουδών, σελ. 69) β’) Βάλας. Αυτό ήταν το επώνυμο του Αλεξάνδρου, βασιλιά επί 5ετία της Ασίας κατά τα μέσα του 2° αι. π.Χ., κατά τον Ιώσηπο.
ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Φαλέας. Καταγόταν από τη Χαλκηδόνα, αρχαία Ελληνική αποικία των Μεγαρέων (675 π.Χ.) στην Προποντίδα της Μικρασιατικής ακτής. Ο Φαλέας, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη (Πολιτικά Β, 7), θέσπισε το θεσμό στο πολίτευμά του να είναι όλες σι περιουσίες ίσες, επειδή γινόταν αφορμή επαναστάσεων.
ΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το Θέμα φαλ- του επιθέτου φαλός (= λευκός, αυτός που λάμπει) και —ας καταλ. > Φάλας και στη Μακεδονική διάλεκτο> Βάλας κυρ. ον. με την ίδια σημασία του επιθέτου.


Ι. Βάσις. Ήταν πατέρας του Πείσωνος και καταγόταν από την αρχαία Σπάρτωλο, πόλη ‘οντά στα σημερινά Σίλατα της Χαλκιδικής. Έζησε τον 40 αι. π.Χ. και είναι γνωστός από μια επιγραφή, που είναι πράξη αγοραπωλησίας ενώπιον μαρτύρων, των οποίων τα ονόματα αταγράφονται στην πράξη.
ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Βασίας. Καταγόταν από την Αρκαδία της Πελοποννήσου και έζησε στα τέλη του 5°° αι. π.Χ. Ο Βασίας έλαβε μέρος το 401 π.Χ. ως μισθοφόρος μαζί με άλλους δεκατρείς χιλιάδες σχεδόν Έλληνες με αρχηγό τον Κλέαρχο τον Λακεδαιμόνιο στην εκστρατεία του Κύρου, εναντίον του αδελφού του Αρταξέρξη, βασιλιά της Περσίας
Ξενοφ. Κύρου Αναβ. βιβ. Δ’ κεφ. Α’).
ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το προσηγορικό ουσιαστικό βάσις (= βάση, Θεμέλιο, βάθρο))
Βάσις κυρ. ον. με την ίδια σημασία του ουσ.


Ι. Βελιστίχη. Καταγόταν από την παραθαλάσσια Μακεδονία και το 268 π.Χ. πήρε μέρος στους Ολυμπιακούς αγώνες στο αγώνισμα της συνωρίδας πώλων, το οποίο τότε είχε καθιερωθεί για πρώτη φορά. Και η Βελιστίχη ανακηρύχτηκε Ολυμπιονίκης, κατά τον Παυσ. Ηλειακά Α’ 8).
ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Βιλιστίχη. Καταγόταν από το Άργος της Πελοποννήσου και ήταν εταίρα στην αρχαιότητα. Το γένος της έφθανε μέχρι τους Ατρείδες, βασιλείς των Μυκηνών, κατά τον Αθήναιο (Δειπνοσ. 13, 596).
ΙΙΙ. Ετυμολ. Το όνομα είναι υποκοριστικό. Παράγεται από ιο Θέμα του κυρ. ον. Βελίστ-η + - χη καταλ. υποκορ. ) Βελιστίγη κυρ. ον. (= η άριστη μικρούλα). Το αρσ. κυρ. ον. Βέλιστος παράγεται από ιο υπερθετικό επίθετο βέλτιστος (Ο πολύ καλός, ο άριστος) κατόπιν ιναδρομικής εξαφάνισης του —Τη λόγω ανομοιώσεως. Και από το αρσενικό Βέλιστος) Βελίστη
-ο Θηλυκό (= αρίστη)) Βελιστίγη ή Βιλιστίχη με αναδρομική αφομοίωση.


Γ


Ι. Γάδδυς. Ήταν Μακεδών, γιος του Αστίωνος. Καταγόταν από την αρχαία Μακεδονική πόλη Καλίνδοια, που βρίσκονταν στη Θέση “Τούμπες” του σημερινού χωριού Καλαμωτού του νομού Θεσ/νίκης. Διατέλεσε ιερέας του Ασκληπιού Απόλλωνος της πόλεώς του. Έζησε το δεύτερο μισό του 400 αι. π.Χ. Είναι γνωστός από επιγραφή του ως άνω χωρίου, που μας δίνει η Βοκοτοπούλου επιγρ. 626).
ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Γαδδαίος. Το όνομα αυτό αναγράφεται σε μια αναθηματική Ελληνική επιγραφή του 350 μ. Χ. Βρέθηκε στη Ρώμη, σύμφωνα με την καταγραφή της στον τόμο 32 (1982) επιγρ. 1048. Συνεπώς ήταν κάποιος από τους Έλληνες των αποικιών της Κάτω Ιταλίας.
ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το Θέμα γαδ- του ουσ. γάδος (= γάλα) ή από τη ρίζα γαδ- του ουσ. γαδεώ (= χαρά) και κατάληξη —υς με διπλασιασμό του συμφώνου δ) Γάδδυς κυρ. ον. ( αυτός που έχει σχέση με το γάλα) ή (= αυτός που έχει σχέση με τη χαρά, χαρούμενος).


Ι. Γαιτέας. Ήταν Μακεδών, που πήρε μέρος μαζί με άλλους Μακεδόνες στην υπογραφή της συνθήκης ειρήνης ανάμεσα στους Μακεδόνες και τους Αθηναίους κατά τον 50 αι. π.Χ.
β’) Γαιτέας. Ήταν γιος του Παίλλου και διατέλεσε το 222 π.Χ. ταμίας της Θεσσαλονίκης. Την επιγραφή εξέδωσε ο Κ8ΓοΙυε Ειίεοπ και αποφαίνεται πως τα ονόματα αυτά είναι Μακεδονικά. επιγρ. 2).
ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελληνίδων: 1) Γαέτη. Ήταν θυγατέρα του Ευπόρου και καταγόταν από τη Μίλητο, αρχαία Ελληνική αποικία στα Μικρασιατικά παράλια του Αιγαίου. Είναι γνωστή από επιτύμβια επιγραφή, που βρέθηκε στο δρόμο που οδηγεί στον Πειραιά. (Απικές Επιγρ. νο1. 3, Ρ$. 2, επιγρ. 2620).
ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το Θέμα γαιτ- του ουσ. γαίται (= γεωργοί), κατά τον Ησύχιο, ιο λεξικογράφο και την κατάληξη —εας> Γαιτέας κυρ. ον. = ο γεωργός, καλλιεργητής).


Ι. Γαλέστης. Ήταν γιος του Τυρίου και έζησε κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους. Είναι γνωστός από επιτύμβια επιγραφή της Μακεδονίας. Τα ονόματα, που αναγράφονται στην επιγραφή, πρέπει να είναι συγγενικά. επιγρ. 504.
ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Γαλέστης. Έζησε το 2° αι. π.Χ. και ήταν γιος του Ζωπύρου. Είναι γνωστός από μια επιτάφια επιγραφή του 200 αι. π.Χ. που βρέθηκε στα Ιόνιο νησιά. Σ’ αυτήν την επιγραφή ο Γαλέστης απευθύνει τον χαιρετισμό: «Σιδώνιε, χρηστέ χαίρε» (χρηστός αγαθός, καλός) επιγρ. 367.
ΙΙΙ. Ετυμολ. Προάγεται από την λέξη καλέστης (=κλητήρας) με τροπή του ψιλού κ σε μέσο γ όπως Κεδρωσία – Γεδρωσία, κωβιός (είδος ψαριού) – γωβιός, καρίς, γαρίδος κ.λ.π. και ανέβασμα του τόνου >Γαλέστης κυρ. Ον. (=ο κλητήρας).


Πηγή:
Το καταπληκτικό βιβλίο* του Αθανασίου Χρ. Σακαλή «Η Ελληνική Ταυτότητα των Αρχαίων Μακεδόνων (ετυμολογική προσέγγιση 1044 ονομάτων) από τις εκδ. Αντ. Σταμούλη.

akritas
05-29-2007, 11:31 AM
Δ

Ι. Δαβρείας. Ήταν Πατέρας της Αντιγόνας (Αντιγόνης) και καταγόταν από τη Βέροια, πόλη της Μακεδονίας. Τα ονόματα είναι γνωστά από επιτύμβια ενεπίγραφη στήλη που βρέθηκε σε τάφο της Βέροιας και είναι των Ελληνιστικών χρόνων, σύμφωνα με την αριθ. 148 επιγρ. Του βιβ. Επιγρ. κάτω Μακεδ. Τεύχος Α’ ·Επιγρ. Βεροίας 1998.
ΙΙ. Άλλα Πρόσωπα Ελλήνων:
ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το Θέμα του επιθέτου ζαβρ-ός (= πολυφάγος) και την κατάλ. -ειας> Ζαβρείας. Ακολουθεί τροπή του Ζ σε Δ> Δαβρείας κύρ. ον. με την ίδια σημασία του επιθέτου.

Ι. Δαϊμένης. Ήταν Μακεδών πρόξενος του νησιού Θήρας, όπως αυτό προκύπτει από μια αρχαία επιγραφή, που βρέθηκε στο νησί της Θήρας. Στην επιγραφή αυτή αναγράφονται από τον γραμματέα του δήμου ονόματα προσώπων που επελέγησαν ως πρόξενοι της πόλεως, μεταξύ των οποίων είναι και ο Μακεδών Δαϊμένης (επιγρ. 334).
ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Δαϊμένης. Ήταν γιος του Δαϊμένου και ήταν Αθηναίος, όπως αυτό Προκύπτει από επιγραφή του Ωρωπού, που είναι απόφαση του δήμου του Ωρωπού ανακήρυξης του Αθηναίου Δαϊμένου ως προξένου και ευεργέτη της πόλεως με όλα τα δικαιώματα που συνεπάγεται το αξίωμα. Έζησε τον 3ο αι. π.Χ. (Επιγρ. νο1. 7, ΡΓε 2, επιγρ. 310).
ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το θέμα των λέξεων δάϊος (= ο καταστρεπτικός, ο φοβερός) και μένος (= δύναμη, πνεύμα, ψυχική ορμή). Θέματα: δάϊ- και μενεσ- Σύνθεση: δαϊ- +μενεσ - χωρίς κατάληξη και με τροπή του εσ σε -ης > Δαϊμένης κυρ. ον. (= αυτός που έχει φοβερή ψυχική δύναμη).

Ι. Δάλων. Ήταν πατέρας του Αγγάρεου και καταγόταν από την αρχαία Αμφίπολη της Μακεδονίας. Έζησε μεταξύ 3ου και 2ου αι. π.Χ. και είναι γνωστός από μια αφιερωματική επιγραφή του γιου του στις Θεότητες Σάραπη και Ισιδα, τη λατρεία των οποίων έφεραν από την Αίγυπτο σι αρχαίοι Μακεδόνες, που ζούσαν εκεί (ΞΕί3, νο1. 31, επιγρ. 616).
ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Δαλίων. Καταγόταν από την Ερέτρια της Εύβοιας και έζησε τον 20 αι. π.Χ.
ΙΙΙ. Ετυμολ. Το κύριο αυτό όνομα είναι δωρικός ή μακεδονικός τύπος, που προέρχεται από τον αττικό τύπο δηλών (μετοχή Ενεστ. του ρήμ. δηλώ = φανερώνω, αποκαλύπτω, εξηγώ).
Στο δωρικό και μακεδονικό τύπο το η της αττικής διαλέκτου τρέπεται σε α, π.χ. αττ. τυπ. μαχητής - δωρικός και μακεδονικός τύπος μαχάτας.
Από την μετοχή δηλών με ανέβασμα του τόνου στην Μακεδονική διάλεκτο >Δάλων κυρ. ον. (=αυτός που αποκαλύπτει, φέρνει στο φως).

Ε

Ι. Έθαρος. Ήταν ένας από τους Μακεδόνες πρέσβεις, σι οποίοι υπόγραψαν στην Αθήνα τον 50 αι. π.Χ. τη συνθήκη ειρήνης μεταξύ Αθηναίων και Μακεδόνων. Η συνθήκη αυτή σώθηκε σε μία επιγραφή, που είναι καταγεγραμμένη στις Ελληνικές Επιγραφές. (νο1. 1, Εεο. 3 επιγρ.
89).
ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Είθαρος. Το όνομα είναι Ελληνικό και βρέθηκε σε μια επιγραφή της πόλεως Ταρσού της Μ. Ασίας, την οποία έκτισαν οι Αργείοι της Πελοποννήσου τα αρχαία χρόνια. ·Εζησε τον 40 αι. π.Χ. (354 π.Χ.). Είναι μια τιμητική επιγραφή στη μητέρα. Αναγραφόταν και οι: Μηνόδωρος, Αχιλλεύς, Νικητής. (Τίυ. Αείθ, 162).
ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το θέμα του ουσ. έθειρ-α (= κόμη της κεφαλής, χαίτη του λέοντος, λοφίον τριχών περικεφαλαίας) + -ος καταλ. και τροπή του ει σε α, κατά τις «Αλλοιώσεις της ποιότητας των φωνηέντων από επίδραση του ρ» της Ιστορ. Γραμματ. του Σταματάκου, Εθαρος κυρ. ον. (= αυτός που τρέφει μεγάλη κόμη, χαίτη).

Ι. Ειαρινός. Καταγόταν από την κάτω Μακεδονία, την πόλη της Ηράκλειας της Πιερίας. Αδελφούς είχε τον Σπόρο κατ τον Αρτεμίδωρο. Τα ονόματα είναι γνωστά από επιγραφή που βρέθηκε στο χωριό “Παλιό Κίτρος” και είναι πιθανόν ότι ανήκει στους Αλεξανδρινούς χρόνους, «κατά τον Μ. Δήμιτσα (Η Μακεδονία εν λίθοις φθεγγ τευχ. 1, 1988, επιγρ. 160).
ΙΙ. Άλλα Πρόσωπα Ελλήνων: 1) Εαρινή. Ήταν θυγατέρα του Καλλίστρατου και καταγόταν από τη Λάρισα της Θεσσαλίας. Το όνομα είναι γνωστό από επιγραφή, η οποία 3ρέθηκε στη Λάρισα και βρίσκεται στο Μουσείο της πόλεως. (επιγρ. 538).
ΙΙ. Ετυμολ. Η λέξη Ειαρινός είναι επικός τύπος, που χρησιμοποιεί και Ο Όμηρος αντί του αττικού τύπου εαρινός και παράγεται από το ουσιστικό το έαρ (= η άνοιξη). Επομένως Εαρινός ή Ειαρινός κύρτα ονόματα (= ανοιξιάτικος, δηλαδή όμορφος).

Ι. Εικαδίων. Ήταν πατέρας του Ηγήσανδρου και καταγόταν από τη Μακεδονία (περιοχή Βέροιας). Το όνομά του καταγράφεται σε κατάλογο προσώπων μιας βασιλικής επιστολής, η οποία σώζεται σε επιγραφή, που βρέθηκε στη Βέροια το 1980 και ανήκει στους Ελληνιστικούς χρόνους. Με την επιστολή αυτή παραχωρείται στους αρχηγούς και τους συναγωνιστές (στρατιώτες) απαλλαγή από τους φόρους μετά τη λήξη της εκστρατείας, κατά τους Αλλαμανή - Σουρή και Ε. Βουτυρά. (Επιγρ. Μακεδ. Α.Π.Θ. 1996).
ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1.) Εικαδίων. Το όνομα αναφέρεται σε μια επιγραφή της Μαλλίδας, περιοχής Λαμίας.
ΙΙΙ. Ετυμολ. Πιθανόν από το ουσ. η εικάς, γεν εικάδ-ος (= εικοστή ημέρα του μήνα), πληθ αι εικάδες (= οι μέρες μετά την εικοστή του μήνα). Από Θ. εικαδ- + -ίων καταλ. πατρων. Εικαδίων κυρ. ον. Από το ίδιο Θέμα και οι λέξεις: εικαδάρχης (= αρχηγός είκοσι), εικαδισταί επώνυμο των Επικουρείων.

Ι. Ειρήνη. Ήταν Θυγατέρα του Πτολεμαίου Α·, βασιλιά της Αιγύπτου και της Θαϊδας Αθηναίας εταίρας. Παντρεύτηκε το βασιλιά των Σόλων της Κύπρου, Κατά τον Αθήναι. (Δειπνο. 13, 576).
ΙΙ. Άλλα Πρόσωπα Ελλήνων. 1) Ειρηναίος. Ήταν γιός του Ειρηναίου και καταγόταν από την Αθήνα. Στον Ειρηναίο η πόλη των Δελφών επί άρχοντος Ξενοκράτους χορήγησε χρυσόστεφάνι και προξενία για την αρετή και τη φιλοτιμία που έδειχνε για το ιερό και την πόλη τω
Δελφών, κατά την επιγραφή (11)
2) Ειρήνη. Ήταν θυγατέρα του Δία και της Θέμιδας και θεά των Ελλήνων, κατά τον Ησίοδ (Θεογ. 902). Άγαλμα της Ειρήνης που κρατάει τον Πλούτο, το γιο της στα χέρια της έκανε ο Κηφισόδοτος (Παυσ. αττ. 8 και Βοιωτ. 16).
ΙΙΙ. Ετυμολ. Από ιο προσηγορικό ουσ. ειρήνη Ειρήνη κυρ. ον.

Ζ

Ι. Ζανάτος. Καταγόταν από τη Βέροια και έζησε κατά τα τέλη του 401) αι. π.Χ. Είναι γνωστός, από μια επιγραφή, που βρέθηκε στη Βέροια. (S.E.G. νοl. 49, επιγρ. 680).
ΙΙ. Άλλα Πρόσωπα Ελλήνων: 1) Ζηνάς. Καταγόταν από την αρχαία πόλη Ίλασο της Κω, των Δωδεκανήσων και έζησε κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους. 2) Ζηνάς. Καταγόταν από τη Γορτυνία της Κρήτης και έζησε κατά τα τέλη του 2ου αι. π.Χ. Ήταν πατέρας του Απελλωνίου.
ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από Το απαρ. ζην ή ζαν δωρ. Τύπο του ρήματος ζήω >ζω. Το απαρ. ζην ή ζαν με το άρθρο προ αυτού ουσιαστικοποιείται, επομένως το ζην ή ζαν (= η ζωή). Παραγωγή: α’) ζαν + -ατος καταλ. Ζανάτος Κυρ. ον. ( αυτός που έχει ζωή μέσα του, ζωηρός). β’) ζην + -ας καταλ. ) Ζηνάς κυρ. ον.

Ι. Ζειδυμαρχίς. Το όνομα αυτό της γυναίκας είναι γνωστό από μια επιτύμβια επιγραφή Κεντρικής Μακεδονίας. ·Έζησε μεταξύ του 4ου και 3ου αι. π.Χ. (S.E.G. νοl. 24, επιγρ. 543). ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Διδύμαογος. Ήταν γιος του Χαίτωνος και καταγόταν από τη Ρόδο. Έζησε Κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους. Είναι γνωστός από μια επιγραφή - ψήφισμα του δήμου της πόλεως του Ολούντος (σημερινή Ελούντα) της Κρήτης, με το οποίο
ανακηρύσσεται ο Διδύμαρχος πρόξενος και ευεργέτης της πόλεώς των καθώς και οι απόγονοι του. Το ψήφισμα έγινε, όταν ήταν άρχων της πόλεως ιων Ολουντίων ο Αυτοσθένης. 1935, κεφ. ΧΧ1Ι Ολούς, επιγρ. 4).
ΙΙΙ. Ετυμολ. Τα δύο κύρια ονόματα Ζειδυμαρχίς και Διδύμαρχος είναι ταυτόσημα. Η μόνη διαφορά τους είναι το γένος. Και τούτο διότι σύμφωνα με το Λεξικό της Αρχ. Ελλ. Γλωσ. των Λιντελ — Σκοτ έγιναν οι εξής διαλεκτικές μεταβολές των γραμμάτων: δ σε ζ κα σε ει: Έτσι έγινε από Διδύμαρχ-ος σε Ζειδυμαρχ-ίς κυρ. ον. (όπως: το Δευς > Ζευς. Είλη αντί ίλη κ.λ.π. Διδύμαρχος. Παράγεται από τις λέξεις: δίδυμος και αρχή ( εξουσία). Σύνθεσ Διδύμ-αρχ-ος κυρ. ον. (= αυτός που έχει διπλή εξουσία).

Ι. Ζεύξις. Υπήρξε διοικητής της Λυδίας της Μ. Ασίας του βασιλείου του Αντιόχου. Μετά τη ήττα του Αντιόχου Γ’ το 190 π.Χ. από τις Ρωμαϊκές λεγεώνες ο βασιλιάς της Συρίας Αντίοχος έστειλε τον Ζεύξη και τον ανεψιό του Αντίπατρο να διαπραγματευτούν με τους Ρωμαίους για όλα. (Πολυβ. 21, 16 και 17 και 24) (Παπαστ. Αρχ. Ιστ. Τ, 2 σελ. 402).
ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Ζεύεις. Ήταν Αθηναίος και ένας από τους μεγαλύτερο:
ζωγράφους της αρχαιότητας. Όταν κάποτε ο Ζεύξις άκουσε το ζωγράφο Αγάθαρχο να λέει κ να υπερηφανεύεται ότι ζωγράφιζε γρήγορα, είπε: «Εγώ όμως ζωγραφίζω πολύ αργά». (Πλου«Περικλ.» 13).
ΙΙΙ. Ετυμολ. Από το ουσιαστικό η ζεύξις (=η σύνδεση, ο σύνδεσμος) >Ζευς κυρ. ον. Με την ίδια σημασία του ουσιαστικού, αφού το παιδί αποβαίνει ο ισχυρότερος σύνδεσμος γονέων.

Η

Ι. Ηγέλοχος. Ήταν γιος του Ιππόστρατου και πήρε μέρος στην εκστρατεία το. Αλεξάνδρου στην Ασία. Στη μάχη του Γρανικού ποταμού ο Ηγέλοχος ήταν αρχηγός σαρισσοφόρων ιππέων του Μακεδονικού στρατού, ενώ στα Γαυγάμηλα το 331 π.Χ. είχε διοίκηση μιας από τις βασιλικές ίλες των Μακεδόνων και παρατάχθηκε στη δεξιά πτέρυγα. (Αρρ. “Αλεξ. Αναβ.,, Α 13, Γ 11).
ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Ηγέλοχος. Ήταν γιος του Θεοδώρου και καταγόταν την Αθήνα. Όταν ήταν άρχων της Αθήνας ο Αργείος, ο Ηγέλοχος του Θεοδώρου ήταν ένας από τους εφήβους Αθηναίους.
ΙΙΙ. Ετυμολ. Από το Θέμα του ρημ. ηγέ-ομαι —σύμαι ( είμαι αρχηγός) + το ουσ. λόχος ένοπλό στρατ. σώμα) και με ανέβασμα του τόνου > Ηνέλογοι κυρ. ον. (= ο αρχηγός στρατ σώματος).

Ι. Ηγήμων. Ήταν Μακεδών και καταγόταν από την Αμφίπολη, πόλη της Μακεδονίας. Έζησε τον 4ο — 3ο αι. π.Χ. και είναι γνωστός από μια επιγραφή επιτάφια της Αμφίπολης, όπου αναγράφονται και τα ονόματα Πίπις και Φανίς. (S.E.G. νοl. 47, επιγρ. 879).
ΙΙ. Άλλα Πρόσωπα Ελλήνων: 1) Ηγήμων. Καταγόταν από τη Θάσο και ήταν ποιητής κωμωδιών. Είχε πολύ Καλή φήμη ανάμεσα στους Αθηναίους για τις κωμωδίες του. Απάγγειλε στο Θέατρο τους στίχους πολύ καλά και με υποκριτική ικανότητα. Έζησε στο δεύτερο μισό 5 αι. π.Χ. (Αθην. Δειπνοσοφ. βιβ. 8, 406ο και 407 α-β).
ΙΙΙ. Ετυμολ. Το Κυρ. ον. Ηγήμων έγινε αναλογικά με το ουσ. ηγήτωρ (= αρχηγ:
διοικητής), διότι έχουν ίδια σημασία και κοινή ρίζα παραγωγής, ενώ το ους. ηγεμών έχει ως κύρια σημασία: οδηγός.

Ι. Ηγήσανδρος. Ήταν πατέρας του Μενοίτα. Ο Μενοίτας ήταν αξιωματικός του Μακεδονικού στρατού και έφερε από τη Μακεδονία τετρακοσίους Έλληνες μισθοφόρους στο Μ. Αλέξανδρο, ο οποίος βρισκόταν στην Αίγυπτο. (Αρρ. “Αλεξ. Αναβ.,, Γ’ 5).
ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Ηγήσανδρος. Καταγόταν από την Αρκαδία και υπήρξε στρατηγός που έλαβε μέρος μαζί με άλλους δέκα χιλιάδες ‘Ελληνες ως μισθοφόροι στην εκστρατεία του Κύρου του νεότερου εναντίον του αδελφού του Αρταξέρξη, βασιλιά της Περσίας (Ξενοφ. “Κύρου Αναβ.,, 6, 3).
ΙΙΙ. Ετυμολ. Από το Θέμα του Μέλλοντα ηγήσ-ομαι ( Θα ηγηθώ, Θα είμαι αρχηγός) + το θέμα ανδρ- του ουσ. ανήρ + -ος καταλ. και με ανέβασμα του τόνου ) Ηγήσανδρος Κυρ. ον. ( αυτός που Θα γίνει αρχηγός ανδρών).

Θ

Ι. Θάμων. Ήταν γιος του Περύσεος και καταγόταν από την περιοχή της Αμυγδαλιάς (Στόλος-Κέλλιον) της Μακεδονίας. Έζησε στα μέσα του 4ου αι. π.Χ. και έγινε γνωστός από μια επιγραφή - αγορά γης, αμπέλων και οικίας, που βρέθηκε στην Αμυγδαλιά. Κατά την αγορά ο Θάμων παρέστει ως μάρτυρας (S.E.G. νοl. 38, επιγρ. 671).
ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Θάμων. Καταγόταν από την Αθήνα και έζησε το 405 π.Χ.
ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από τη ρίζα θαμ-, από την οποία παράγονται οι λέξεις: θαμά (= συχνά), θαμύς (= συχνός), θαμέας (= συχνός, πυκνός). Θέμα: θαμ- + -ων καταλ. με ανέβασμα το τόνου > Θάμων κυρ. ον. (= ο πυκνά επισκεπτόμενος). Και το νεοελληνικό θαμών.

Ι. Θεαγένης. Ήταν Πατέρας του Ηρακλείδη και καταγόταν από τη Μακεδονία. Είναι γνωστός από την επιτάφια στήλη του Ηρακλείδη, που έζησε μετά τον 5ο αι. π.Χ. (S.E.G. νοl. 46, επιγρ. 794).
ΙΙ. Άλλα Πρόσωπα Ελλήνων: 1) Θεαγένης. Ήταν Αθηναίος και έζησε τον 5ο αι. π.Χ. Κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο το 425 π.Χ. ο Θεαγένης εκλέχτηκε παρατηρητής και στάλθηκε στην Πύλο της Πελοποννήσου για να εξετάσει την κατάσταση των Αθηναίων στρατιωτών, που βρισκόταν εκεί (Θουκ. Ιστορ. Δ., 27).
ΙΙΙ. Ετυμολ. Είναι σύνθετο. Πρώτο συνθετικό το θέμα του ουσ. θεό-ς, το οποίο μετασχηματίζεται σε Θεα- και δεύτερο το θέμα γενεσ- του ουσ. γένος ( γενιά, καταγωγή). Θέμα θεά +γενεσ- χωρίς κατάληξη, αλλά με έκταση του ε σε η> Θεαγένης κυρ. ον. (= αυτός που έχε καταγωγή Θεού).

Ι. Θειοχάρης. Ήταν γιος του Νικέα και καταγόταν από την Αμφίπολη της Μακεδονίας. Είναι γνωστός από μια επιγραφή - πωλητήριο μιας οικίας του έτους 357 π.Χ. Το γεγονός έλαβε χώρα επί ιερέως του Ασκληπιού Ερμαγόρα και επί επιστάτου Αισχύλου (S.E.G. νοl. 41, επιγρ 562).
ΙΙ. Άλλα Πρόσωπα Ελλήνων: 1) Θεοχάρης. Καταγόταν από τη Μαντινεία της Αρκαδίας και έζησε μεταξύ των ετών 300 -221 π.Χ.
ΙΙΙ. Ετυμολ. Πρώτο συνθετικό είναι το Θέμα Θεο- ή θειο- (ποιητικός τύπος) του ουσ. Θεός κα δεύτερο συνθετικό το Θέμα του β· αορίστου ε-χάρ-ην του ρημ. χαίρω. Θέματα: Θεο- + χαρ- + -ης κατάληξη Θεοχάρης κυρ. ον. ( η χαρά του Θεού, χαίρεται ο θεός από το πρόσωπο), ή Θειοχάρης (ποιητ. τύπος) κυρ. ον.

Πηγή:
Το καταπληκτικό βιβλίο* του Αθανασίου Χρ. Σακαλή «Η Ελληνική Ταυτότητα των Αρχαίων Μακεδόνων (ετυμολογική προσέγγιση 1044 ονομάτων) από τις εκδ. Αντ. Σταμούλη.

akritas
05-29-2007, 11:35 AM
Ι

Ι. Ιδάτας. Ήταν ένας από τους Μακεδόνες πρέσβεις, οι οποίοι υπόγραψαν τη συνθήκη ειρήνης ανάμεσα στους Αθηναίους και Μακεδόνες στην Αθήνα κατά το δεύτερο μισό του 5ου αι. π.Χ. Η συνθήκη με τα ονόματα των πρέσβεων σώθηκε σε μια Αττική επιγραφή.
ιΙ. Άλλα πρόσωπο Ελλήνων: 1) Ιδάτης. Αυτό ήταν το επώνυμο του Διός το επίσημο, που χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι της Κρήτης κατά τη σύναψη συνθηκών, όπως μαρτυρείται σε σχετική επιγραφή της Κρήτης και χρονολογείται στα 201 - 200 π.Χ.. (S.E.G. νοl. 23, Επιγραφές Κρήτης, επιγρ. 547).
ΙΙι Ετυμολ. Από τη λέξη Ιδη (=η λάμψη του μετάλλου) και στη δωρική και μακεδονική δάλεκτο η ίδα + κατάληξη της Μακεδονικής διαλέκτου - τας, όπως μαχητής> Μαχάτας κυρ. ον.
Σύνθεση ιδα + -τας> Ιδάτας κυρ. ον. (= αυτός που λάμπει, ο λαμπρός, ο αστραφτερός). δεύτερη περίπτωση είναι ότι προέρχεται από το ουσιαστικό της δωρικής η ίδα ( δένδρο για ξύλευση, δάσος) + -τας η κατάληξη > ιδάτας κυρ. ον. (= αυτός που είναι σαν δένδρο, δάσος).

Ι. Ιέρων. Ήταν πατέρας του Ανδ`