Θέματα που αφορούν εθνότητες, μειονότητες και γλωσσικά ιδιώματα θεωρούνται ταμπού στην Ελλάδα. Εκτός από την άγνοια που τα καλύπτει συνοδεύονται και από μεγάλες παρεξηγήσεις. Μια τέτοια παρεξήγηση συνοδεύει και τη λέξη Βλάχος που έχει καταντήσει να σημαίνει το χωριάτη, τον αγράμματο και τον άξεστο. Ελάχιστοι από μας γνωρίζουν ότι υπάρχει ένας ολόκληρος πολιτισμός πίσω από τη λέξη Βλάχος και ότι ακόμα πολλές από τις συνήθειές μας, τα έθιμα μας, αλλά και λέξεις που χρησιμοποιούμε καθημερινά έχουν να κάνουν με τους Βλάχους. Η ιστορία μας, είναι γεμάτη από πολέμους, κατορθώματα, κατακτήσεις και επιτεύγματα πολιτισμού που μας κάνουν να νιώθουμε περήφανοι, αλλά ταυτόχρονα συστηματικά άδεια από θέματα που συνδέονται με όλους αυτούς τους λαούς και ερωτήματα όπως:
Από που ξεφύτρωσαν στη χώρα μας οι Αρβανίτες;
Ποια είναι η καταγωγή των τσιγγάνων που τους έχουμε κάθε μέρα δίπλα μας;
Τι είναι οι Πομάκοι;
Τι συμβαίνει με τους δίγλωσσους λαούς;
Αμέτρητους εισβολείς και κατακτητές γνώρισε τούτος ο τόπος σε διάστημα 10 αιώνων αρχής γενομένης από τον 6ο αι. π.Χ.. Σλάβοι, Άβαροι, Φράγκοι, Γότθοι, Βούλγαροι, Τούρκοι ακόμα και Καταλανοί άφησαν εδώ το αιματηρό επισκεπτήριο τους, ενώ οι εκ Αλβανίας προερχόμενοι που εγκαταστάθηκαν ειρηνικότατα σε πολλές περιοχές της Ελλάδος, ιδίως στην Αττική και τίποτε δεν δικαιολογεί την αρνητική σημασία που συνοδεύει τη λέξη Αρβανίτης, δεν αναφέρονται πουθενά στην ιστορία.
Μια τέτοια ειρηνική παρουσία είναι και αυτή των Βλάχων. Η καταγωγή τους, η γλώσσα τους δεν έχει ομοιότητες με τις περιπτώσεις που προαναφέραμε. Η γλώσσα τους, λατινογενής παραπέμπει στους αιώνες της ρωμαϊκής κατάκτησης. Βλάχοι, κατά την ομόθυμη άποψη των ειδικών ερευνητών, είναι οι λατινόφωνοι, οι χρήστες της λατινικής γλώσσας παράλληλα με τη δική τους, στα χρόνια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Στην Ελλάδα, λατινοφωνία-διγλωσσία προφορική και γραπτή συναντάται στην Ήπειρο, από τον Αμβρακικό έως το Δυρράχιο, στη Θεσσαλία ειδικότερα αλλά και στο βορειοελλαδικό χώρο γενικότερα. Έτσι παρόλο το μυστήριο και την άγνοια που καλύπτει αυτό το θέμα οι Βλάχοι είναι περισσότερο Έλληνες από πολλούς που υποστηρίζουν ότι είναι απόγονοι του Περικλή. Το μαρτυρούν τα ονόματα των εθνικών ευεργετών που φέρουν οι δρόμοι σε πολλά μέρη της Ελλάδος και είναι ονόματα Βλάχων.
Με την παρούσα εργασία προσπαθήσαμε να συγκεντρώσουμε μερικά στοιχεία και να παρουσιάσουμε την ιστορία των Βλάχων συγκεντρώνοντας . Ειδικότερα θα αναφερθούμε:
α) στην ετυμολογία του ονόματος Βλάχος και τις κυρίαρχες απόψεις για την καταγωγή και τη γλώσσα τους,
β) στην παρουσία τους στον ελλαδικό χώρο σήμερα και στην προσφορά τους στην ελληνική κοινωνία σ όλη τη διάρκεια της ελληνικής ιστορίας,
γ) στη γλώσσα τους, το Κουτσοβλάχικο ιδίωμα
δ) στο τέταρτο κομμάτι της εργασίας θα αναφερθούμε ειδικότερα στην ιστορία των Βλάχων της Ακαρνανίας και σε έθιμα που υπάρχουν ακόμα σε χωριά εκεί. Ιδιαίτερη αναφορά στη διαδικασία του γάμου όπως γίνεται ακόμα και σήμερα στο χωριό Παλιομάνινα, το μεγαλύτερο από τα εφτά βλαχοχώρια της Ακαρνανίας.
ΟΙ ΒΛΑΧΟΙ-ΟΙ ΑΡΕΙΜΑΝΙΟΙ (ΑΡΜΑΝΟΙ) ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
Τι σημαίνει η λέξη Βλάχος
Για το όνομα Βλάχος υπάρχουν πολλές ετυμολογίες. Αποδίδουν πολλά ονόματα στους κατοίκους που ασχολούνται με την κτηνοτροφία και κατοικούν από την περιοχή του Αμβρακικού κόλπου μέχρι του Κρούσουβου( πόλη της νότιας Σερβίας) προς το Βορρά, όπως Βλάχοι, Βαλάχοι, Βλόχοι, Βλάσιοι, Μπλάχοι, Μπλάτσιοι και Ολάχοι.
Πριν όμως εξετάσουμε εκτενέστερα στην προέλευση της λέξης Βλάχος ας δούμε εν συντομία τι σημαίνει Βλάχος και ποιοι είναι οι Βλάχοι. Βλάχος σημαίνει λατινόφων. Οι λατινόφωνοι λοιπόν κάτοικοι της Ελλάδας ονομάζονται από τους συντοπίτες τους Βλάχοι ή Κουτσόβλαχοι, προσωνυμίες που οι ίδιοι δεν τις δέχονται για τους εαυτούς τους και ούτε τις χρησιμοποιούν στη λατινογενή τους γλώσσα. Οι ίδιοι αυτοαποκαλούνται Αρμάνοι. Αυτό το όνομα ισοδυναμεί με το Romani (cives) και με το δικό μας Ρωμιοί. Το όνομα, πηγαίνει πίσω στα χρόνια της Ρωμαϊκής κατοχής και δεν φανερώνει εθνότητα, αλλά πολιτική ιδιότητα, μια εξάρτηση από το παλιό ρωμαϊκό κράτος. Κάθε κάτοικος της Ρώμης και γενικά της Ιταλίας ήταν Romanus, αλλά κάθε Romanus =Ρωμαίος πολίτης δεν ήταν αναγκαστικά κάτοικος της Ιταλίας. Η διαφορά τώρα μεταξύ Ρωμιού και Armanu είναι ότι ο μεν πρώτος είχε αποκτήσει το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη αλλά μιλούσε μόνο την ελληνική, ο δε δεύτερος πέραν αυτού του δικαιώματος έκανε χρήση και της λατινικής γλώσσας. Κατείχε και τις δυο γλώσσες , ήταν δηλαδή δίγλωσσος.
Υπάρχει όμως και η εξαίρεση των Μετσοβιτών, που εκτός από Αρμάνοι (Armanji) χρησιμοποιούν και την ονομασία Βλαχσάνιοι και Βλάχοι (Vlahianji και Vlahi ) και ονομάζουν τη βλάχικη γλώσσα Vlahieshti (βλάχικα), αντί του armaneshti (αρμάνικα), που χρησιμοποιεί η πλειονότητα των Βλάχων/Αρμάνων ή Αρουμάνων. Εκτός των προσωνυμιών που προαναφέρθηκαν, ονομάζονται και Ελληνόβλαχοι ή Γραικόβλαχοι. Το συμπέρασμα που βγάζει κανείς διατρέχοντας την ελληνική βιβλιογραφία για τους βλάχους είναι ότι πρόκειται για αυτόχθονες Έλληνες που γλωσσικά είχαν εκλατινιστεί από τους Ρωμαίους. Έχουν πλούσια ιστορική παράδοση, που οι ρίζες της φτάνουν στην εποχή των κλασσικών χρόνων. Βαθύτατα θρησκευόμενοι και διατηρώντας ισχυρούς οικογενειακούς δεσμούς έχουν συμβάλλει ουσιαστικά στην οικονομική, πολιτική και πολιτιστική ανάπτυξη της Ελλάδας.
Προέλευση της λέξης Βλάχος
Η λέξη Βλάχος, σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, προέρχεται από τη γερμανική λέξη Walschen που σημαίνει τον ξένο, τον μη Γερμανό, αυτόν που μιλάει λατινικά. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί η θέση του Αντ. Κεραμόπουλο που λέει ότι το συνηθισμένο σε μας όνομα Βλάχος ακούγεται και σε πολλά άλλα μέρη της Ευρώπης στη Βλαχία της Ρουμανίας, στη Γερμανία (Walachen), όπου ονομάζουν τη Βόρειον κυρίως Ιταλίαν Welsch(land) και μέρος της Ελβετίας την Βαλαισίαν Wallis (γαλλικά Vallais) , εις την Γαλλία και το Βέλγιο έχουμε τους Wallons πάντοτε στα όρια της λατινικής γλώσσας και εις την Αγγλίαν, έχουμε την Ουαλία (Wales) Welsch(men) εις στα όρια του ρωμαΐκού κράτους Δηλαδή όλες οι χώρες που είχαν κατακτηθεί από τους Ρωμαίους άρχισαν με την πάροδο του χρόνου να αφομοιώνουν την έννοια της λέξης Βλάχος και να την αποδίδουν στους υπηκόους των που χρησιμοποιούσαν το λατινογενές γλωσσικό ιδίωμα.
Κατά άλλους ερευνητές η λέξη Βλάχος προέρχεται από την παλαιοσλαβική λέξη Vlah ή Wlach που φαίνεται να την υιοθέτησαν από τους γερμανούς όταν, διώχνοντας τα γερμανικά φύλλα από την περιοχή τους, ήρθαν σε επαφή με όλους εκείνους τους λατινόφωνους λαούς που οι Γερμανοί τους αποκαλούσαν Welsch. Συγκεκριμένα ο Άμαντος γράφει: ότι το όνομα Βλάχος τον 10ο αι. συναντάται στις περιοχές που ζουν οι Σλάβοι
Οι Βυζαντινοί αργότερα δέχτηκαν αυτό τον όρο μη γνωρίζοντας κάτι για την καταγωγή των λαών που είχαν στην κυριαρχία τους. Έτσι λοιπόν Βλάχους ονόμαζαν όλους τους γείτονες υπηκόους τους.
Άλλες απόψεις που θέλουν την προέλευση του ονόματος από την αιγυπτιακή λέξη Φελάχος που σημαίνει γεωργός ή από τη λέξη βλήχημα (βελάχημα) που σημαίνει βέλασμα θεωρούνται ότι στερούνται επιστημονικής βάσης.
Τα τελευταία χρόνια η αναφορά στους Βλάχους γίνεται και στη νεοελληνική γλώσσα με το όνομα Αρωμούνιοι, όρο που πρωτοχρησιμοποίησε ο Γερμανός εθνολόγος W. Weigand και στο ελληνικό κοινό τον εισήγαγε ο γλωσσολόγος Ν. Ανδριώτης.Επίσης γίνεται χρήση του όρου Αρμάνοι που τον έχει εισηγηθεί ο ερευνητής Σωκράτης Ν. Λιάκος. Οι ίδιοι στην ερώτηση για την εθνικότητά τους απαντούν με το όνομα Αρουμούνιοι, όνομα που ισοδυναμεί με το Romani (cives) αλλά και με το δικό μας Ρωμιοί που αναφερόταν σε όλους τους κατοίκους της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και της Βυζαντινής αργότερα.
Παραλλαγές του όρου Βλάχος
Η ονομασία Βλάχος, με την επίδραση του ελληνικού περιβάλλοντος, συναντάται σε δυο παραλλαγές τον όρο Κουτσόβλαχος και Αρβανιτοβλάχος.
Η λέξη Κουτσόβλαχοι είναι η λόγια νεοελληνική απόδοση του τουρκικού Κιουτσούκ-Βαλάχ που σημαίνει Μικροβλάχοι, δηλαδή κάτοικοι της Μικρής Βλαχίας (τουρκ. Κιουτσούκ Βαλαχί), όπως ονομαζόταν η Αιτωλοακαρνανία κατά την περίοδο της Ρωμανίας (δηλ: της Βυζαντινής αυτοκρατορίας όταν κατακτήθηκε από τους Τούρκους), σε σχέση με τους Μπουγιούκ-Βαλάχ τους Μεγαλοβλάχους, τους κατοίκους της Μεγάλης Βλαχίας όπως ονομαζόταν η Θεσσαλία την ίδια εποχή.
Μια άλλη εκδοχή που δίνει ο Μιχ. Χρυσοχόου είναι: Μετά την κατάκτηση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας από τους Τούρκους οι Τούρκοι ονόμασαν την Βλαχία(Δακία) Καραβλάχ που σημαίνει μεγάλη, απέραντη Βλαχία το δε ελληνικό κομμάτι που κατοικούσαν οι Βλάχοι Κουτσούκ-Βλαχ, από όπου και το Κουτσόβλαχος.
Μια εξίσου ενδιαφέρουσα εκδοχή δίνεται από τον Αντ. Κολτσίδα σύμφωνα με την οποία οι πραγματικοί Βλάχοι της Μακεδονίας, της Ηπείρου και της Θεσσαλίας όταν αρχίζουν να εξαπλώνονται προς τα νότια τμήματα της χώρας έρχονται σε επαφή με οικισμούς που μιλούσαν ελληνικά αλλά διατηρούσαν και την γλώσσα τους καλλιεργώντας μια διγλωσσία. Έτσι ο λαός τους ονόμασε Κουτσόβλαχους που σημαίνει ότι δεν είναι τόσο γνήσιοι Βλάχοι όπως εκείνοι που μιλούσαν αποκλειστικά και μόνο βλάχικα. Όρος που με την πάροδο των χρόνων έχει επικρατήσει γενικότερα.
Αρβανιτοβλάχοι είναι οι Βλάχοι, που ζούσαν στην Αλβανία ή κατάγονται από περιοχές του ευρύτερου βορειοηπειρωτικού χώρου, ήρθαν στην Ελλάδα και μιλούν πέρα από τα βλάχικα τα ελληνικά αλλά και μια από τις αλβανικές διαλέκτους. Κατάγονται από τους εκλατινισμένους Ιλλυριούς και πρώτη κοιτίδα τους ήταν η περιφέρεια της κωμόπολης Φράσαρη κοντά στην Αυλώνα.Οι ίδιοι αυτοαποκαλούνται Φαρσαριώτες ή Φρασιαρώτες(Farshirotsi) αλλά και Καραγκούνοι. Καραγκούνοι αυτοαποκαλούνται οι κάτοικοι των χωριών της Αιτωλοακαρνανίας Σωροβίγλη ή Στράτος, Κουτσομπίνα ή Παλαιομάνινα, Κατσαρού ή Γουργιώτισσα, Νταγιάντα ή Αγράμπελη, Παγκέικα ή Όχθια, Γακέικα ή Στρογγυλοβούνι.
Η ανάμιξη Αρβανιτοβλάχων και Κουτσόβλαχων ωφέλησε πολύ, σύμφωνα με ττον Κ. Άμαντο διότι ενίσχυσε τον ελληνικό πληθυσμό της υπαίθρου με ευρωστο πολεμικό στοιχείο πράγμα πολύτιμο κατά τη διάρκεια των αγώνων ενάντια στους Τούρκους.
Απόψεις περί καταγωγής των Βλάχων
Για την καταγωγή των Βλάχων/Αρμάνων ιστορικοί και εθνολόγοι έχουν εκφράσει και υποστηρίξει διάφορες απόψεις για την καταγωγή των Βλάχων που συνοπτικά συγκλίνουν στις παρακάτω θέσεις:
1. Οι Βλάχοι κατάγονται από Ρωμαίους κτηνοτρόφους και στρατιωτικούς αποίκους.
2. Οι Βλάχοι είναι δακορουμανικό παρακλάδι. (Δακία ονομαζόταν η Βλαχία)
3. Είναι απόγονοι του αρχαίου θρακικού λαού των Βησσών ή ιλλυρικό φύλο.
4. Είναι αυτόχθονες Έλληνες που εκλατινίστηκαν γλωσσικά από τους Ρωμαίους.
Εδώ αναρωτιέται κανείς: Ποια άποψη είναι άραγε ορθή και περισσότερο παραδεκτή;
Απαντούμε: Εκείνη που τεκμηριώθηκε με επιστημονική μέθοδο, με βάση τις ιστορικές πηγές και μαρτυρίες και που απέχει από την εξυπηρέτηση των οποιονδήποτε σκοπιμοτήτων (πολιτικών, προπαγανδιστικών, εθνικοφροσύνης). Ο εθνικός μας ποιητής Δ. Σολωμός το υποστηρίζει λέγοντας εθνικόν είναι ό,τι είναι αληθές.
Στα πλαίσια της παρούσης εργασίας είναι αδύνατη η παρουσίαση και των τεσσάρων παραπάνω απόψεων αναλυτικά. Για πληρέστερη ενημέρωση παραπέμπουμε τον κάθε ενδιαφερόμενο στην ελληνική και διεθνή βιβλιογραφία που είναι πλουσιότατη πάνω στο συγκεκριμένο θέμα.
Η ενασχόληση μας με το θέμα μας έδωσε την ευκαιρία να σχηματίσουμε τη δική μας άποψη που συγκλίνει με την τέταρτη από τις προαναφερθείσες και με την οποία θα ασχοληθούμε εκτενέστερα παρακάτω.
Οι Βλάχοι/ Αρμάνοι είναι γηγενείς κάτοικοι των ελληνικών χωρών της Βαλκανικής, με κέντρο έναν χώρο ευρύτερο του Θεσσαλο-Ηπειρωτο-Μακεδονικού.
Μετά την νίκη των Ρωμαίων επί του τελευταίου αυτοκράτορα της Μακεδονίας Περσέα (178-168π.Χ), το ρωμαϊκό κράτος επεκτάθηκε στην Ήπειρο, τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία και σε χρονική περίοδο 50 ετών κατέλαβε ολόκληρη σχεδόν την Ελλάδα.
Οι Ρωμαίοι για να διασφαλίσουν τη φύλαξη των συγκοινωνιών τους στα κατεχόμενα εδάφη, υιοθέτησαν το μακεδονικό θεσμό, των κλεισουροφυλάκων (φύλακες των επικίνδυνων σημείων), και εγκατέστησαν στρατιωτικές φρουρές στους οδικούς άξονες σύνδεσης της Ρώμης με την Ανατολή.
Αναμφίβολα, η κατάκτηση των ελληνικών χωρών από τους Ρωμαίους επί 800 χρόνια περίπου, συνοδεύτηκε από γλωσσικό εκρωμαϊσμό ή εκλατινισμό των κατοίκων τους. Όπου το πολιτιστικό επίπεδο των αυτόχθονων κατοίκων ήταν χαμηλό (π.χ χωριά στην επαρχία) ο γλωσσικός εκλατινισμός επεκτάθηκε, ενώ εκεί που το πολιτιστικό επίπεδο ήταν υψηλό (π.χ πόλεις της εποχής) υπήρξε- αντιθέτως- γλωσσικός εξελληνισμός των Ρωμαίων που ήταν εγκατεστημένοι εκεί.
Μεικτή γλώσσα: Οι Ρωμαίοι κλεισουροφύλακες των ρωμαϊκών στρατιωτικών φρουρίων, ερχόμενοι σε επιμιξία με τους αυτόχθονες κατοίκους των ορεινών κυρίως περιοχών, γίνονταν φορείς του γλωσσικού εκλατινισμού των ντόπιων. Στο γλωσσικό εκλατινισμό των ορεινών όγκων της κεντρικής Βαλκανικής
-στα ευρύτερα όρια της μείζονος Μακεδονίας- συνέβαλε σημαντικά η κατάταξη των αγοριών ως μισθοφόρων στις ρωμαϊκές λεγεώνες για περίοδο μεγαλύτερη από 20-25 χρόνια. Μετά από μια τέτοια μακρόχρονη στρατιωτική θητεία αναγκαζόταν οι γηγενείς μισθοφόροι να μάθουν τη λατινική γλώσσα.
Μετά την αποστρατεία τους και επιστρέφοντας στους τόπους καταγωγής τους οι μισθοφόροι μετέδιδαν στις οικογένειές τους τις ξένες λέξεις που είχαν μάθει, δημιουργώντας έτσι μια ελληνολατινική διάλεκτο ή γλώσσα που σήμερα είναι γνωστή σαν βλάχικη γλώσσα, αρμάνικη ή αρωμουνική, ή κουτσοβλάχικη στο λεξιλόγιο της οποίας υπάρχει σημαντικός αριθμός λέξεων της αρχαιομακεδονικής και της γλώσσας του Ομήρου.
Οι απολυόμενοι λεγεωνάριοι, κάνοντας χρήση του δικαιώματος που είχε παραχωρηθεί πριν από την περίοδο του αυτοκράτορα Καρακάλλα(212μ.Χ), άρχισαν να αποκαλούν τιμητικά τους εαυτούς τους Romanus , δηλ. Ρωμαίους πολίτες, αυτό που δηλώνει και το όνομά τους με το οποίο αυτοαποκαλούνται: Αρμάνου
[Armanu<Ar(o)manu(s)<a+Romanus].
Οι μετέπειτα επιδρομές των Σλάβων και των Βουλγάρων δεν έθιξαν καθόλου τους βλαχόφωνους ορεινούς κατοίκους-πρώην λεγεωνάριους στην πλειοψηφία τους- των ευρύτερων περιοχών Θεσσαλίας, Ηπείρου, Μακεδονίας αφού οι επιτιθέμενοι δεν είχαν να κερδίσουν τίποτε από συγκρούσεις με αυτούς τους αρειμάνιους και σκληρούς μαχητές.
Για τη συναγωγή αυτού του συμπεράσματος συνηγορεί το γεγονός ότι ένας πολύ μικρός αριθμός σλάβικων λέξεων υπάρχει στην αρμάνικη βλάχικη γλώσσα.
Η παρουσία των Βλάχων στην ελληνική κοινωνία
Οι Βλάχοι σήμερα.
Σήμερα παρατηρείται γλωσσικός αποβλαχισμός των Βλάχων του Ελλαδικού χώρου. Το ίδιο βέβαια έχει συμβεί και στ άλλα βαλκανικά κράτη. Να τι γράφουν περί αυτού οι A.J.Wace και M.S.Thomson:
Αν και μεγάλο μέρος της ιστορίας των Βλάχων της Βαλκανικής είναι σκοτεινό, ένα γεγονός προέχει φανερά, ότι απ την εποχή που πρωτοεμφανίστηκαν στην ιστορία αφέθηκαν να απορροφηθούν σιγά σιγά απ τα μεγαλύτερα έθνη που τους περικυκλώνουν. Η φυσική αύξηση του ορεινού πληθυσμού, η τουρκική κατάκτηση και η αργή πρόοδος της εκπαίδευσης και του εμπορίου υπήρξαν όλα αιτίες που καθυστέρησαν την εξαφάνισή τους.
Παρ όλα αυτά, ο αριθμός των κατοίκων τους υπήρξε σταθερός αλλά αργά ελαττούμενος και οι ίδιοι βοήθησαν σε αυτό με την έλλειψη εθνικού φρονήματος, με το διασκορπισμό τους και με τη δύναμη αυτοεξάλειψης. Ο σερ Άρθρουρ Έβανς βρήκε άφθονα ίχνη στο Βορρά γύρω από τα Σκόπια και σ όλη τη Δαρδανία και τη Δαλματία όπου οι Σλάβοι απορρόφησαν ένα βλαχόφωνο λαό και η ίδια διαδικασία συνεχίζεται στα Μεγλενά σήμερα. Στη Δύση οι Φαρσεριώτες γίνονται σιγά σιγά Αλβανοί.
Τελικά στο Νότο είναι πολύ γνωστό ότι η ίδια η Ελλάδα προσήλκυσε / προσέλκυσε στον Ελληνισμό μεγάλο αριθμό Βλάχων και ότι στη Θεσσαλία, μια μεγάλη μερίδα πληθυσμού των πόλεων είναι βλάχικης καταγωγής.
Πόσοι όμως είναι οι Βλάχοι σήμερα; Σε πόσες χιλιάδες ανέρχονται; Οι Wace και Tomson γράφουν σχετικά:
Μια ελληνική εκτίμηση πριν το 1930 μιλάει για 600.000 Βλάχους στον Ελλαδικό χώρο. Μεταγενέστερες εκτιμήσεις δίνουν συνήθως έναν πολύ μικρότερο αριθμό.
Ο G.Weigand, που έδωσε μεγαλύτερη προσοχή από οποιονδήποτε άλλον περιηγητή, τοποθετεί το συνολικό αριθμό των Βλάχων σ όλη τη Βαλκανική Χερσόνησο στις 373.520.
Μια άλλη άποψη εκείνη του Γάλλου Μ.Ε.Picot 1875, άποψη η οποία υιοθετείται από τους Ρουμάνους, μιλάει για την ύπαρξη 1.200.000 Βλάχων, το 1875, που ζούσαν στις περιοχές: Μακεδονία: 450.000, Θεσσαλία: 200.000, Ήπειρο και Αλβανία 350.000 και Θράκη 200.000.
Ο Ε.Α. Αβέρωφ εκτιμούσε, το έτος 1940, ότι οι Βλάχοι/ Αρμάνοι της Ελλάδας ανέρχονταν σε 400.000 από τους οποίους οι 200.000 μιλού
σαν τη βλάχικη γλώσσα και οι υπόλοιποι ενώ καταλάβαιναν την βλάχικη/αρμάνικη διάλεκτο δεν την μιλούσαν.
Ο καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Κ.Α. Βακαλόπουλος γράφει πως σήμερα ζουν 200.000 Ελληνοβλάχοι στο κράτος των Σκοπίων. (Ελευθεροτυπία, 17-12-1991)
Στην Ελλάδα τα τελευταία επίσημα στοιχεία είναι το 1951 και ομιλούν για 39.855 κατοίκους που έχουν ως μητρική γλώσσα την Κουτσοβλάχικην.
Το θέμα του πληθυσμού των Βλάχων απασχολεί φαίνεται να έχει απασχολήσει πολλούς. Εντυπωσιακές είναι οι αριθμητικές διαφορές που κυμαίνονται από 2.000.000 το 1863, αναφορά του Chr.Tell, ενώ το 1859 ένας άλλος ερευνητής, ο F. Kanitz τους κατεβάζει στις 500.000 και o Bιrard το 1897 τους θέλει 300.000 συμπεριλαμβάνοντας και τους Βλάχους της Αδριατικής και της Αλβανίας.
Εκτός από τους πολιτικούς λόγους που φαίνεται να οδηγούν σε αυτές τις διαφορές υπάρχουν και κοινωνικά προβλήματα που εμποδίζουν μια πιο ξεκάθαρη απάντηση. Πώς άραγε να χαρακτηρίσεις έναν Έλληνα που οι γονείς και οι προπάπποι του μιλούσαν τη βλάχικη/αρμάνικη γλώσσα; Πώς να χαρακτηρίσεις συμπαγείς πληθυσμούς των μεγάλων αστικών κέντρων(Θεσσαλονίκης, Ιωαννίνων, Πρέβεζας, Άρτας, Αγρινίου, Βόλου, Λάρισας, κ.α) που ενώ είναι βλάχικης καταγωγής δε μιλούν τη βλάχικη γλώσσα εδώ και δεκαετίες, από τότε που ενσωματώθηκαν ως αστοί στις πόλεις, εγκαταλείποντας τις δικές τους κοιτίδες;
Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι πολλές από τις κοιτίδες του βλάχικου πολιτισμού λειτούργησαν ως πρώιμα αστικά κέντρα του Ελληνισμού στην Ελλάδα αλλά και σε όλα τα Βαλκάνια (Μοσχόπολη, Νέβεσκα, Μέτσοβο, Κλεισούρα, Σαμαρίνα, Περιβόλι, Συρράκο Κρούσοβο, κ.α)
ΤΟ ΚΟΥΤΣΟΒΛΑΧΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ
Οι Βλάχοι εκτός από την ελληνική γλώσσα την οποία γράφουν και μιλούν κατά τρόπο υποδειγματικό, χρησιμοποιούν σε περιβάλλον στενό, οικογενειακό, φιλικό, επαγγελματικό, ως προφορική μόνο γλώσσα, παράλληλα με την ελληνική και την κουτσοβλάχικη(τα βλάχικα). Η γλώσσα αυτή ανήκει στη μεγάλη οικογένεια των ρωμανικών γλωσσών
Ο Littrι αποκαλεί ρωμανικές γλώσσες τις ιδιωματικές μορφές που προήλθαν από τη λατινική γλώσσα μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Από τη διαφορετική εξέλιξη της λατινικής έχουμε τις διάφορες ρωμανικές ή λατινογενείς γλώσσες οι οποίες χωρίζονται σε δυο ομάδες την ανατολική και τη δυτική ομάδα. Στην ανατολική ανήκουν οι: βλάχικη, ρουμάνικη, ιστρορρωμάνικη, μεγλενίτικη και στη δυτική οι: ιταλική, γαλλική, ισπανική, πορτογαλική. Το νεολατινικό ιδίωμα της κουτσοβλάχικης είναι γνωστότερο στους γλωσσολογικούς κύκλους με τον όρο αρωμουνική, παράγωγο του Αρωμούνος (Armanu, Α προσθετικό +Romanus), όνομα με το οποίο αυτοαποκαλούνται οι Βλάχοι ή Κουτσόβλαχοι του Ελληνικού χώρου.
Η γένεση της αρωμουνικής χρονολογείται από την εμφάνιση των Ρωμαίων στην ελληνική χερσόνησο. Το 171 π.Χ ο ρωμαίος στρατηγός Παύλος Αιμίλιος κυριεύει την Ήπειρο και στη συνέχεια τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία (168 π.Χ) που μαζί με τη νότιο Ιλλυρία αποτέλεσαν μια ρωμαϊκή επαρχία με το γενικό όνομα Μακεδονία. Οι Ρωμαίοι εγκατέστησαν ένοπλες φρουρές, τις οροφυλακές για τη φύλαξη των συνόρων και των επικίνδυνων οδικών κόμβων από επιθέσεις. Από τους χρόνους του Αύγουστου το 31 π.Χ οι στρατιώτες για τις λεγεώνες του ανατολικού κράτους στρατολογούνται από τις χώρες της ελληνικής επιρροής και μειώνεται αισθητά η παρουσία του ρωμαϊκού στοιχείου στις επαρχίες της ανατολικής αυτοκρατορίας. Τη εποχή του Αδριανού 117μ.Χ, στις οροφυλακές των Ανατολικών επαρχιών, στρατολογούνταν ντόπιοι στρατιώτες, οι κλεισουροφύλακες όπως έχει προαναφερθεί στην εισαγωγή, και μόνο οι αξιωματικοί είναι Ρωμαίοι που κι αυτοί σιγά-σιγά τείνουν ν αφομοιωθούν από τους αυτόχθονες κατοίκους. Είχε δημιουργηθεί μια νέα πλέον πίστη στους στρατιώτες που κάθε άλλο παρά ρωμαϊκό συμφέρον υποστήριζαν. Γι αυτό ο αυτοκράτορας Καρακάλλας(211-217μ.Χ) ανακήρυξε σε Ρωμαίους πολίτες όλους τους μη Ιταλούς στρατιώτες. Δημιουργήθηκαν λοιπόν όλες οι προϋποθέσεις επιμιξίας Ελλήνων και Λατίνων.
Οι απόστρατοι, οι veterani, έπαιρναν σαν αμοιβή διάφορες καλλιεργήσιμες εκτάσεις, τις οποίες και εκμεταλλεύονταν. Τα παιδιά των απόστρατων γίνονταν με τη σειρά τους και αυτά στρατιώτες που υπηρετούσαν κατά την ειρηνική περίοδο συνήθως στη χώρα τους γιατί γνώρι- ζαν καλά τη γλώσσα του τόπου. Σε περιόδους πολέμου καλούνταν να πάρουν μέρος σε εκστρατείες και ζούσαν για αρκετά χρονικά διαστήματα μακριά από την πατρίδα τους πολεμώντας. Κοινό λοιπόν όργανο συνεννόησης σ αυτές τις εκστρατείες όλοι αυτοί οι στρατιώτες είχαν τη λατινική γλώσσα. Ανάγκη λοιπόν συνεννόησης ήταν να βρεθεί ένα κοινό γλωσσικό μέτρο κατανοητό σε όλους, αφού όλη η στρατιωτική εκπαίδευση και οι διαταγές δίνονταν μέχρι και την εποχή του Μαυρικίου στη λατινική γλώσσα, που ήταν η επίσημη γλώσσα του κράτους. Επομένως όλοι οι υπήκοοι-στρατιώτες έπρεπε να προσαρμοστούν στο γλωσσικό αυτό ιδίωμα. Έτσι αρχίζει με γρήγορο ρυθμό η γλωσσική αφομοίωση.
Η γνώση της λατινικής αποβαίνει επίσης απαραίτητο εφόδιο για τους δημοσίους υπαλλήλους του ρωμαϊκού κράτους, το οποίο επιλέγει αυτούς που την μιλούν μεταξύ των Ελλήνων, τόσο της μητροπολιτικής Ελλάδας όσο και της διασποράς. Εξίσου χρήσιμη είναι η λατινική στους εμπόρους, ξενοδόχους, ταχυδρομικούς, τεχνίτες, επιστήμονες και παντός είδους επαγγελματίες που επιθυμούν να κινούνται ελεύθερα στον τεράστιο χώρο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, εφ όσον γίνουν κάτοχοι της ρωμαϊκής ισοπολιτείας και ταυτόχρονα της λατινικής γλώσσας, την οποία απαιτούσαν οι αυτοκράτορες. Έτσι λοιπόν άρχισε να αφομοιώνει η λατινική την ελληνική και αντίστροφα. Η συνένωση των δυο γλωσσικών μορφών οδήγησε στη γέννηση μιας λατινογενούς γλώσσας της Βλάχικης ή Κουτσοβλάχικης όπως σήμερα λέγεται. Τα γλωσσικά στοιχεία παθαίνουν πλήρη αφομοίωση και σύγχυση που δεν προδίδουν την ταυτότητα της μιας ή της άλλης γλώσσας(ελληνικής ή λατινικής) με μια πρόχειρη κι επιφανειακή εξέταση. Μόνο ένας ειδικός μπορεί πλέον να μας ενημερώσει για το ποια λέξη της βλάχικης προέρχεται από την μια ή την άλλη γλωσσική μορφή.
Η λατινική, σαν πρόσκαιρη άλλη γλώσσα κατακτητή, αφομοίωσε πολλά ελληνικά στοιχεία. Στο λεξιλόγιο των Βλάχων φαίνεται να υπερισχύουν οι ελληνικοί γλωσσικοί τύποι. Όπως μας πληροφορεί ο Νικολαΐδης από τις 6.657 λέξεις που αναφέρει το λεξικό της Κουτσοβλάχικης γλώσσας οι 2.605 είναι λατινικής καταγωγής ενώ οι 3.460, που αποτελούν και το 52% του λεξιλογίου τους, είναι ελληνικής προέλευσης. Μικρή επίδραση φαίνεται να έχει η σλαβική με 185 λέξεις, ποσοστό 2,8% και η αλβανική με 150 λέξεις, ποσοστό 2,3%, που οφείλεται στη γειτονική συνύπαρξη των λαών.
Η ύπαρξη πολλών λέξε |